Συγκεκριμένες, άμεσα εφαρμόσιμες προτάσεις σύγχρονης διακυβέρνησης σε επτά κρίσιμους τομείς πολιτικής, Ενέργεια και Περιβάλλον, Θεσμοί, Κοινωνικό Κράτος, Δημογραφικό, Εξωτερική Πολιτική, Οικονομία και Τεχνολογία, περιλαμβάνει ο συλλογικός τόμος «Προτάσεις Διακυβέρνησης για την Ελλάδα του Μέλλοντος», του think tank Synergia ο οποίος παρουσιάζεται απόψε Τετάρτη 13/1 στις 19:00, στο Αμφιθέατρο «Ιωάννης Καποδίστριας» του Πολεμικού Μουσείου (Ριζάρη 2-4, Αθήνα).
Με αφορμή την παρουσίαση του βιβλίου, ο επικεφαλής του think tank Synergia και γνωστός διεθνής δικηγόρος και Δρ. Συγκριτικού Συνταγματικού Δικαίου, Ορέστης Ομράν, μιλάει στα Μακεδονικά Νέα και - μεταξύ άλλων - περιγράφει τον στόχο του συλλογικού τόμου, αναφέροντας πως το επόμενο βήμα είναι η μεταφορά των προτάσεων που περιλαμβάνει «στα αρμόδια υπουργεία, στην κεντρική κυβέρνηση, στην τοπική αυτοδιοίκηση» ώστε να φανεί ποιες από αυτές μπορούν να εφαρμοστούν.
Εξηγώντας τη διαδικασία προετοιμασίας του βιβλίου, κάνει λόγο για μια δουλειά που όπως σημειώνει, διήρκεσε 8 μήνες και στην οποία συμμετείχαν δεκάδες άτομα, με διαδικασίες ελέγχου και τεκμηρίωσης.
Ο κ. Ομράν, προτάσσει έναν τρόπο παραγωγής πολιτικής «από κάτω προς τα πάνω, από την κοινωνία προς το πολιτικό σύστημα», υπογραμμίζοντας ότι η Synergia θέλει να είναι «ένα πολιτικό think tank» με ακαδημαϊκή ακρίβεια αλλά και σαφή προσανατολισμό στη διακυβέρνηση μέσω προτάσεων.
Στη διάρκεια της συνέντευξής του στα Μακεδονικά Νέα, ο επικεφαλής του Synergia εστιάζει ενδεικτικά σε τρεις θεματικές που διατρέχουν τον τόμο: Ενέργεια, εξωτερική πολιτική/άμυνα και οικονομία, δίνοντας και ένα γενικό στίγμα των προτάσεων και των προτεραιοτήτων που εισηγούνται οι ομάδες εργασίας.
Στο κεφάλαιο της ενέργειας, όπως λέει, η έμφαση δεν είναι σε μια «αυτόματη» ενεργειακή μετάβαση η οποία δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως σκοπός «επειδή και μόνο είναι μετάβαση», αλλά σε μια διαδικασία που πρέπει να κρίνεται από το πώς εφαρμόζεται και από τα αποτελέσματά της, σε ένα πλαίσιο με προτεραιότητες και κοινωνικό/οικονομικό μέτρο.
Για την εξωτερική πολιτική, ο Ορέστης Ομράν υποστηρίζει ότι απαιτείται μια «πολυδιάστατη» προσέγγιση, ως δυναμική προσαρμογή σε ένα διεθνές σύστημα που μεταβάλλεται. Μιλά για «μια εξωτερική πολιτική, η οποία θα προσαρμόζεται στα δεδομένα των καιρών», λαμβάνοντας υπόψη «τις νέες υπερδυνάμεις όπως αναδύονται» και «τη νέα σημαντική γεωστρατηγική θέση της χώρας μας στη Νοτιοανατολική Ευρώπη».
Παράλληλα, αναγνωρίζει τη δυσκολία εφαρμογής μιας εθνικής στρατηγικής σε περιβάλλον αστάθειας, αλλά υποστηρίζει ότι υπάρχει δρόμος, υπό προϋποθέσεις.
Στο οικονομικό σκέλος, ο κ. Ομράν θέτει ως πρώτη εθνική προτεραιότητα τη δημοσιονομική βιωσιμότητα μέσω της περαιτέρω μείωσης του δημόσιου χρέους. «Η εθνική προτεραιότητα πρέπει να είναι η μείωση του δημοσίου χρέους», λέει χαρακτηριστικά, προσθέτοντας ότι πρόκειται για υποχρέωση «απέναντι στις επόμενες γενιές».
Παράλληλα, βλέπει την τεχνολογία όχι ως σύνθημα, αλλά ως εργαλείο με στρατηγική στόχευση που μπορεί να δημιουργήσει αξία σε πολλούς κλάδους, αλλά και να βοηθήσει στον περαιτέρω εκσυγχρονισμό των κρατικών δομών.
Για το παραγωγικό μοντέλο, αναγνωρίζει ότι ο όρος έχει γίνει κλισέ, επιμένοντας όμως στην ουσία: Μετασχηματισμός «σε μια οικονομία… που θα κυριαρχεί η παραγωγή», με ενίσχυση πρωτογενούς και δευτερογενούς τομέα. Ειδικό βάρος δίνει και στην εξωστρέφεια, συνδέοντας το θέμα και με διεθνείς συμφωνίες όπως η Mercosur, τις οποίες προτείνει να προσεγγίζονται και ως ευκαιρίες πρόσβασης στις πολύ μεγάλες αγορές εκτός Ευρώπης.
Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της συνέντευξης του κ. Ορέστη Ομράν στον Αλέξανδρο Αλεξιάδη:
Ο επικεφαλής του think tank Synergia κ. Ορέστης Ομράν
- Παρακολουθώντας τη δραστηριότητα του think tank Synergia, είχατε προϊδεάσει εδώ και καιρό για την έκδοση που παρουσιάζετε σήμερα. Τι ακριβώς θα δει ο κόσμος που θα παραβρεθεί στην παρουσίαση;
Σήμερα, λοιπόν, στις 7:00μμ στην Αθήνα στο Πολεμικό Μουσείο, παρουσιάζεται το βιβλίο μας «Προτάσεις Διακυβέρνησης για την Ελλάδα του Μέλλοντος», ο συλλογικός τόμος του think tank Synergia. Αναμένουμε προσέλευση πολύ σημαντική και από εκπροσώπους θεσμικών φορέων, αλλά κυρίως - και αυτό μας ενδιαφέρει ακόμη περισσότερο - από απλούς πολίτες οι οποίοι ενδιαφέρονται για αυτό το οποίο επιχειρούμε εμείς τον τελευταίο χρόνο. Άρα, λοιπόν, στο Αμφιθέατρο του Πολεμικού Μουσείου θα έχουμε δύο πάνελ συζήτησης. Το ένα πάνελ θα αφορά το κοινωνικό κράτος, τις μεταρρυθμίσεις και τους θεσμούς. Και εκεί θα έχουμε μεταξύ άλλων την υπουργό Παιδείας Σοφία Ζαχαράκη, τον Κώστα Μπακογιάννη, πρώην Δήμαρχο Αθηναίων και νυν Πρόεδρο της Επιτροπής Περιβάλλοντος, Κλιματικής Αλλαγής και Ενέργειας (ENVE) της Ευρωπαϊκής Επιτροπής των Περιφερειών. Θα έχουμε τον βουλευτή της ΝΔ Μίλτο Χρυσομάλλη και θα έχουμε και από τη Synergia τον Μιχάλη Ρίσβα, ο οποίος είναι καθηγητής Πανεπιστημίου στην Αγγλία και επικεφαλής της Ομάδας Θεσμών.
Αυτό είναι το πρώτο μας πάνελ και θα ακολουθήσει και μία σύντομη δική μου ομιλία. Το δεύτερο πάνελ επιλέξαμε να είναι λιγότερο πολιτικό και να είναι περισσότερο, αν θέλετε, δεν θα πω τεχνοκρατικό, θα πω περισσότερο πάνελ της αγοράς. Θα έχουμε, λοιπόν, νέους ανθρώπους οι οποίοι έχουν επιτύχει ως επιχειρηματίες κυρίως στον χώρο της τεχνολογίας.
Το πάνελ τιτλοφορείται «Οικονομία και Τεχνολογία» και θα είναι με τέσσερις συμμετέχοντες με συντονιστή τον Παύλο Ευθυμίου που είναι στο Fortune Greece. Θα είναι ο Παναγιώτης Παχατουρίδης, ο οποίος είναι επιχειρηματίας της τεχνολογίας, o Μιχάλης Στάγκος που είναι fund manager και διαχειρίζεται διάφορα κεφάλαια τα οποία επενδύονται σε εταιρείες τεχνολογίας και η Αναστασία Γιακουμέλου που είναι επίσης καθηγήτρια στην Ιταλία, Eλληνίδα του εξωτερικού και επικεφαλής στον τομέα Οικονομίας μας.
Άρα, λοιπόν, αυτή είναι περίπου η δομή. Θα ακολουθήσει και μια δεξίωση γιατί μας ενδιαφέρει να μιλάμε με τον κόσμο. Δεν έχουν μόνο ενδιαφέρον τα πάνελ και η κουβέντα. Έχει σημασία και η επαφή με τον κόσμο. Οπότε, φιλοδοξούμε να έχουμε πολύ κόσμο, να είναι μια ζεστή, ωραία και καλή η παρουσίαση του βιβλίου μας.
- Πώς επιλέχθηκαν οι συνεισφέροντες στο βιβλίο και ποια διαδικασία ακολουθήθηκε για τον έλεγχο της εφικτότητας των προτάσεων;
Η Synergia έχει περίπου 1.200 μέλη και σε αυτήν συμμετέχουν πολλοί νέοι – και όχι μόνο - άνθρωποι, αλλά όχι μόνο, επιστήμονες, επαγγελματίες της Ελλάδας και του εξωτερικού, στους οποίους δώσαμε τη δυνατότητα να ενταχθούν όταν ενεγράφησαν σε κάποιον από τους τομείς στους οποίους πραγματεύεται και το βιβλίο. Οι τομείς αυτοί οργανώθηκαν εσωτερικά. Κάποιος από την κεντρική ομάδα του Think Tank και με την απαραίτητη εξειδίκευση ανέλαβε επικεφαλής της ομάδας αυτής και μετά κάτω από τον επικεφαλής τα υπόλοιπα μέλη μας, οι υπόλοιποι συμμετέχοντες οργανώθηκαν και έγραψαν ο καθένας, ας πούμε, το κεφάλαιο του.
Όλο αυτό έγινε υπό τον συντονισμό του Διευθυντή Έρευνάς μας ο οποίος είναι ο Βασίλης Ντούρος. Στη συνέχεια, εγώ με τον Βασίλη Ντούρο που έχουμε και την επιμέλεια, αν θέλετε, του συλλογικού αυτού τόμου, συζητήσαμε, κάναμε review όλων των προτάσεων των κεφαλαίων όπως είχαν γραφτεί στο πρώτο τους τουλάχιστον σχέδιο. Εφαρμόσαμε peer review, δηλαδή βάλαμε και τρίτους ανθρώπους οι οποίοι δεν έχουν σχέση με το think tank να δουν τις προτάσεις και να τις αξιολογήσουν και από πλευράς ακαδημαϊκής αλλά και από πλευράς πρακτικής.
Και εν τέλει, συνθέσαμε αυτόν τον συλλογικό τόμο προσθέτοντας, αφαιρώντας πράγματα σε μια διαδικασία που μας πήρε λίγο πολύ, συνολικά μέχρι να εκδοθεί το βιβλίο, 8 μήνες.
- Μιλάμε για ένα εν δυνάμει, ας πούμε, πρόγραμμα που θα μπορούσε να εφαρμοστεί άμεσα; Πρόκειται δηλαδή για προτάσεις οι οποίες θα μπορούσαν να περάσουν σε επιμέρους υπουργεία ανά τομέα και να υιοθετηθούν;
Σαφέστατα. Μα αυτός ήταν και ο στόχος μας. Να έχουμε συγκεκριμένες, πρακτικές, άμεσα εφαρμόσιμες προτάσεις.
Και το επόμενό μας βήμα, φυσικά, είναι αρχής γενομένης από την παρουσίαση του βιβλίου, να επικοινωνήσουμε τις προτάσεις μας αυτές στα αρμόδια υπουργεία, στην κεντρική κυβέρνηση, στην τοπική αυτοδιοίκηση, στο βαθμό που θα μπορούσαν να είναι και αυτοί οι αρμόδιοι, και να δούμε τι από αυτά μπορεί να εφαρμοστεί. Περιττό να πω ότι από εδώ και πέρα θα συνεχίσουμε να επικαιροποιούμε τις προτάσεις μας. Δηλαδή είναι κάτι το οποίο είναι μια διαδικασία εν εξελίξει.
- Και θα είναι, φαντάζομαι, μια από τις σημαντικότερες συνεισφορές του think tank, στον τομέα του δημόσιου διάλογου και της δημόσιας συζήτησης, που ανοίγετε στα διάφορα θέματα;
Κοιτάξτε, εμείς σαφώς θεωρούμε ότι αυτή είναι η σημαντικότερη μέχρι σήμερα πρωτοβουλία μας, η οποία, εξάλλου, τι κάνει στην πραγματικότητα; Δείχνει και τη θέλησή μας για δουλειά, δείχνει και τη θέλησή μας αυτά που λέμε να τα πραγματοποιούμε. Και σε τελική ανάλυση, να συνεισφέρουμε κι εμείς με έναν άλλο τρόπο άσκησης της πολιτικής, αυτό που λέμε από κάτω προς τα πάνω, από την κοινωνία προς το πολιτικό σύστημα, να συνεισφέρουμε στη διακυβέρνηση του τόπου.
Γι’ αυτό και θεωρώ ότι είναι κάτι αρκετά νεωτερικό. Διαφέρουμε από τα υπόλοιπα think tanks ως προς την κατεύθυνσή μας, ως προς το χαρακτήρα μας, ως προς μια σειρά από πράγματα. Και νομίζω ότι το βιβλίο αυτό λέει και πολλά άλλα, πέρα από τις προτάσεις από μόνες τους.
Ακριβώς αποδεικνύει πόσο ανοιχτοί είμαστε. Συμμετείχαν πάνω από 50 άνθρωποι στη συγγραφή του βιβλίου, ως core συγγραφείς. Δείχνει λοιπόν το πόσο ανοιχτοί είμαστε, δείχνει την πολιτική μας κατεύθυνση, διότι δεν είμαστε υπερ μιας από-ιδεολογικοποιημένης, αν θέλετε, ερευνητικής δραστηριότητας που κάνουν πολλά think tanks.
Δεν θέλουμε να είμαστε απλοί ερευνητές. Θέλουμε να έχουν ακαδημαϊκή ακρίβεια, επιστημονική ακρίβεια, όσα προτείνουμε. Αλλά είμαστε ένα πολιτικό think tank και αυτό νομίζω ότι βγαίνει και από το βιβλίο. Και η εφαρμογή της πολιτικής γίνεται μόνο μέσω συγκεκριμένων προτάσεων, θα έλεγα εγώ.
- Έχετε και μία εξειδίκευση ως νομικός στο δίκαιο που αφορά την ενέργεια. Μπορούμε να αναφέρουμε ενδεικτικά κάποιες αναφορές στο βιβλίο για τον τομέα αυτόν;
Νομίζω επιγραμματικώς, τελείως, γιατί υπάρχουν αρκετά πράγματα τα οποία προτείνουμε και αφορούν διάφορους τομείς ενέργειας, εκεί που επικεντρωνόμαστε εμείς στο κεφάλαιο της ενέργειας, είναι στην, αν θέλετε, σωστή, λογική, και θα έλεγα αποτελεσματική ενεργειακή μετάβαση. Δηλαδή, η δική μας πρόταση είναι να τεθεί ένα πολύ συγκεκριμένο πλαίσιο στην ενεργειακή μετάβαση με συγκεκριμένες προτεραιότητες, με την μετάβαση σε καθαρότερες μορφές ενέργειας, να μην είναι πανάκεια από μόνη της, αλλά να γίνει - επειδή υπάρχει μεγάλη ανάγκη να γίνει - να γίνει λελογισμένα και με εθνική προτεραιότητα, κατά τη γνώμη μας, την προστασία των Ελλήνων των καταναλωτών από τις ακριβές τιμές, ιδίως του ηλεκτρικού ρεύματος και των επιχειρήσεων, ιδίως των μικρομεσαίων, από τις ακριβές τιμές ενέργειας. Άρα, λοιπόν, θα πρέπει να υπάρξει ένα μείγμα ενεργειακής πολιτικής, που από τη μία, ναι μεν διασφαλίζει την ενεργειακή μετάβαση, η οποία είναι απαραίτητη και για λόγους περιβαλλοντικούς, διότι το κεφάλαιό μας είναι ενέργεια και περιβάλλον, αλλά από την άλλη, η πολιτική που θα πρέπει να εφαρμόζεται, θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη της και τις τιμές του καταναλωτή.
- Είναι πολλά τα αντικείμενα που αφορούν στο βιβλίο που παρουσιάζετε, αλλά αν μπορούμε να αναφέρουμε ενδεικτικά και κάποιον άλλον τομέα προτάσεων που ξεχωρίζετε.
Νομίζω στην εξωτερική πολιτική και στην άμυνα είναι ένα πολύ ωραίο κεφάλαιο, το οποίο αξίζει να διαβάσει ο καθένας, γιατί έγινε πάρα πολύ καλή δουλειά με επικεφαλής εκεί τον Αλέξανδρο Παπακωνσταντίνου. Μιλήσαμε με διάφορους φορείς, ερευνήσαμε πάρα πολύ ενδελεχώς το ζήτημα και καταλήξαμε στο ότι η εφαρμογή μιας πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής, η οποία ως όρος είναι δυναμικός, δεν είναι γραμμικός και δεν αναφέρεται απαραίτητα στην πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική του παρελθόντος, αναφέρεται όμως σε μια πολιτική εξωτερική, η οποία θα προσαρμόζεται στα δεδομένα των καιρών. Με τις νέες υπερδυνάμεις όπως αναδύονται, με τη νέα σημαντική γεωστρατηγική θέση της χώρας μας στην Νοτιοανατολική Ευρώπη, αλλά και στον κόσμο.
Με τις νέες συμμαχίες, τις οποίες πρέπει να δουλέψουμε και να ενισχύσουμε περαιτέρω, όπως είναι η συμμαχία με το Ισραήλ και τις Ηνωμένες Πολιτείες, όχι μόνο στο ενεργειακό επίπεδο, αλλά ευρύτερα και στο επίπεδο των εξοπλισμών και στο επίπεδο της τεχνολογίας και στο επίπεδο, αν θέλετε, των διακρατικών οικονομικών συνεργασιών. Είναι στρατηγικές αυτές οι συμμαχίες σε μια περιοχή του κόσμου πάρα πολύ ταραγμένη, σε μια περιοχή του κόσμου που έχουμε έναν διαρκή αμφισβητία, την Τουρκία και όπου σοβαρά εθνικά ζητήματα παραμένουν, αν μη τι άλλο από πλευράς τους αμφισβητήσιμα. Η ενίσχυση των συμμαχιών τις οποίες έχουμε φτιάξει τα τελευταία χρόνια είναι, νομίζω, απαραίτητη προϋπόθεση για να πάμε την Ελλάδα στο επόμενο επίπεδο.
Το επόμενο επίπεδο είναι ακριβώς η καθιέρωσή της ως μιας περιφερειακής δύναμης, παρά το μικρό μέγεθός της, ως μιας περιφερειακής δύναμης στη Νοτιοανατολική Ευρώπη που δεν έχει να φοβηθεί τίποτα ούτε από την Τουρκία, ούτε από πιθανές απειλές άλλων γειτόνων μας.
- Έχετε και μια πολύ μεγάλη εμπειρία στα διεθνή πράγματα, λόγω και της ενασχόλησης σας σε διάφορες χώρες, λόγω της δραστηριοποίησής σας. Νομίζω ότι διαπιστώνετε κι εσείς ότι οποιαδήποτε εθνική στρατηγική, εξωτερική πολιτική, είναι ιδιαίτερα δύσκολο να εφαρμοστεί σε ένα περιβάλλον διεθνές, που το μόνο βέβαιο είναι η αστάθεια που επικρατεί.
Σαφώς και είναι δύσκολο, δεν είναι ένα εύκολο εγχείρημα, αλλά θεωρώ ότι με την, αν θέλετε, σωστή στοχοθεσία, με τον εκ των προτέρων σχεδιασμό της στρατηγικής, με μια, αν θέλετε, αποκρυστάλλωση των δογμάτων της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής βάσει του διεθνούς δικαίου και κυρίως, κατά τη γνώμη μου, με γενναίες πολιτικές προσωπικότητες οι οποίες με πατριωτικό καθήκον, αλλά και με την απαραίτητη γνώση του περίπλοκου πλέγματος των διεθνών σχέσεων και του διεθνούς δικαίου, θα μπορέσουμε, όντως, να εφαρμόσουμε μια αποτελεσματικότερη εξωτερική πολιτική.
Δηλαδή, χρειάζεται από τη μια, κατά την ταπεινή μου άποψη, σχεδιασμός, σωστός σχεδιασμός, ο οποίος με τη σειρά του, χρειάζεται πραγματική αντίληψη της δυναμικής στην ευρύτερη περιοχή, αλλά και παγκοσμίως. Και, από την άλλη, χρειάζονται γενναίες πολιτικές προσωπικότητες οι οποίες θα κληθούν να αναλάβουν τα αξιώματα αυτά της εκπροσώπησης της χώρας μας στο εξωτερικό. Αν θέλετε, το έργο του σχεδιασμού αυτής πολιτικής, αλλά πάνω από όλα της εφαρμογής της.
Διότι, μπορεί μεν να έχεις σχεδιάσει μια αποτελεσματική εξωτερική πολιτική, αλλά για μένα το σημαντικότερο είναι πώς την εφαρμόζεις.
- Το τελευταίο διάστημα κυριάρχησε στη συζήτηση, ειδικά σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, η συμφωνία με τις χώρες της Mercosur. Είναι μόνο ο κίνδυνος ή υπάρχουν και ευκαιρίες στην ελληνική οικονομία από τέτοιες διεθνείς συμφωνίες;
Φυσικά και υπάρχουν ευκαιρίες, αν μου επιτρέπετε. Δηλαδή, η συμφωνία αυτή δεν προβλέπει μόνο την εισαγωγή, τη διευκόλυνση της εισαγωγής προϊόντων από την Λατινική Αμερική στην Ευρώπη. Είναι αμφοτεροβαρής η συμφωνία.
Δηλαδή, προβλέπει και αντίστροφα πλεονεκτήματα, τις εισαγωγές ευρωπαϊκών προϊόντων στις πολύ μεγάλες αγορές Λατινικής Αμερικής. Αυτό μπορεί να βοηθήσει και τον Έλληνα αγρότη σε πολύ μεγάλο βαθμό. Διότι, εν τέλει, η ενίσχυση των εξαγωγών μας, εκμεταλλευόμενοι διεθνείς συμφωνίες όπως είναι και η Mercosur, είναι, νομίζω, ένας στρατηγικός στόχος της ελληνικής οικονομίας.
Μια μικρή οικονομία όπως είναι η ελληνική, η οποία βασιζόταν στο παρελθόν σε μεγάλο βαθμό στις εισαγωγές, έχουμε δει ότι έχει αρχίσει και εφαρμόζει εξωστρεφή χαρακτήρα, εξωστρεφή δραστηριότητα. Άρα, λοιπόν, θα πρέπει να βλέπουμε και τα πλεονεκτήματα των διεθνών συμβάσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της οικογένειάς μας, με τρίτες χώρες, για να δούμε πώς μπορούμε να ενισχύσουμε το οικονομικό αυτό μείγμα από ελληνικής απόψεως.
Αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό για μένα. Δηλαδή, η ενίσχυση των εξαγωγών είναι κάτι το οποίο ίσως παραβλέπουμε, γιατί δεν γνωρίζουμε τις λεπτομέρειες του. Άρα, λοιπόν, εκεί εγώ θα επικεντρωνόμουν και θα επικεντρωνόμουν ευρύτερα, αν θέλετε, και στην σημασία που έχει για την Ευρωπαϊκή Ένωση να έχει ισχυρές συμφωνίες με κράτη ή με ενώσεις κρατών του πλανήτη, που αυτή τη στιγμή αναδύονται ως πιθανές δυνάμεις του μέλλοντος.
Είναι πολύ μεγάλες αυτές οι αγορές, έτσι, της Λατινικής Αμερικής. Είναι μεγάλες οι αγορές της Βορείου Αμερικής, των Ηνωμένων Πολιτειών και του Καναδά. Είναι μεγάλη η Κινεζική αγορά. Δηλαδή, η εξωστρέφεια στην Ευρωπαϊκή Οικονομία θα τη βοηθήσει να αναλάβει εκ νέου κατά την άποψή μου, τον ρόλο που είχε πριν από κάποια χρόνια.
- Τώρα, τι χρειάζεται για να πάει μπροστά η Ελληνική Οικονομία; Ποια η μεγαλύτερη πρόκληση για να προχωρήσουμε; Είναι να αλλάξουμε νοοτροπία, είναι να αναπτυχθούμε τεχνολογικά, δηλαδή να εκμεταλλευτούμε ευκαιρίες που μας δίνει η τεχνολογία; είναι να αλλάξουμε το παραγωγικό μοντέλο; Τι ακριβώς;
Δεν είναι ένα πράγμα. Είναι πολλά από αυτά που λέτε. Κατά τη γνώμη μου, για μένα, η εθνική προτεραιότητα πρέπει να είναι η μείωση του δημοσίου χρέους.
Αυτό από μόνο του είναι πολύ σημαντικό. Έχουν γίνει πολύ μεγάλες προσπάθειες επιτυχείς από την κυβέρνηση. Έχει μειωθεί κατά πολλές μονάδες το ποσοστό του δημοσίου χρέους έναντι του ΑΕΠ. Και αυτό είναι, νομίζω, η υποχρέωση του πολιτικού προσωπικού, η υποχρέωση της δικής μας γενιάς και της προηγούμενης απέναντι στις επόμενες γενιές. Να μειώσουμε το δημόσιο χρέος, να παραδώσουμε μια οικονομία η οποία θα είναι βιώσιμη. Οικονομίες με πολύ μεγάλο εξωτερικό χρέος δεν είναι βιώσιμες.
Εμείς, δυστυχώς, για λόγους ιστορικούς, για λόγους πολιτικούς, για λόγους οικονομικούς, ακόμη βιώνουμε τα δεινά της μνημονιακής περιόδου, τουλάχιστον όσον αφορά το εξωτερικό δημόσιο χρέος μας. Αλλά η τάση μείωσης, την οποία βλέπουμε, είναι πάρα πολύ θετική και θα πρέπει να εργαστούμε, εγώ θα έλεγα τα επόμενα δέκα χρόνια, για να μειώσουμε το δημόσιο χρέος σε ασφαλή επίπεδα, σε επίπεδα περί του 100%, 95%, 105% που είναι βιώσιμα, χαρακτηρισμένα ως βιώσιμα ποσοστά.
Τώρα, είπατε και κάποια άλλα πολύ σημαντικά πράγματα. Προφανώς, η εκμετάλλευση της τεχνολογίας με έναν τρόπο, εγώ θα έλεγα, καινούργιο, με έναν τρόπο ίσως δημιουργικό, διότι είναι πολύ σημαντικό, είναι πολύ κοινότοπο να μιλάμε για τεχνολογία. Το θέμα είναι πώς χρησιμοποιούμε την τεχνολογία, όχι μόνο για να εκσυγχρονίσουμε τις οικονομικές δομές, αλλά και για να δημιουργήσουμε αξία για τις γενιές που έρχονται. Δεν πρέπει να έχουμε μονοδιάστατη προσέγγιση απέναντι στην τεχνολογία. Δηλαδή, η τεχνολογία είναι καλή και βοηθάει την οικονομία μας. Ναι, αυτό είναι προφανές. Το θέμα είναι σε ποια επιμέρους κομμάτια της οικονομίας μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε την τεχνολογία για να αυξήσουμε τα μεγέθη της ελληνικής οικονομίας.
Στη βιομηχανία, στον αγροτικό τομέα, στη μεταποίηση, παντού. Ακόμη, αν θέλετε, κεντρικά στην κρατική οικονομία, στον περαιτέρω εκσυγχρονισμό των κρατικών δομών, στον εκσυγχρονισμό των φορολογικών αρχών, στην απλοποίηση του φορολογικού συστήματος. Όλα αυτά τα οποία σας αναφέρω τελείως ενδεικτικά, είναι, αν θέλετε, κομμάτια, τμήματα, παράγοντες ενίσχυσης της εθνικής οικονομίας. Και σε αυτό παίζει πλέον η τεχνολογία πάρα πολύ μεγάλο ρόλο. Άρα, λοιπόν, αξιοποίηση της τεχνολογίας όχι τυφλά, αλλά δημιουργικά, παραγωγικά και πάνω απ’ όλα, όπως λέω, με πλάνο και με σχέδιο, έτσι ώστε να δούμε τα θετικά αποτελέσματα σε όλο το εύρος της εθνικής οικονομίας.
Το παραγωγικό μοντέλο, τώρα με δελεάζετε να σας το σχολιάσω, είναι κάτι το οποίο, η αλήθεια είναι, ακούγεται από όλους. Τα τελευταία, εγώ όσο τουλάχιστον διαβάζω και ασχολούμαι με την πολιτική, τα τελευταία αρκετά χρόνια, ακούω όλα τα πολιτικά κόμματα να μιλούν για αλλαγή, ανάγκη αλλαγής του παραγωγικού μοντέλου. Αλλά αυτό ξέρετε, καταντάει, καταλήγει, αν θέλετε, να είναι ένα κλισέ. Δηλαδή, το θέμα είναι τι εννοούμε παραγωγικό μοντέλο.
Εννοούμε, όντως για μένα, τον εκσυγχρονισμό, την υποστήριξη της ελληνικής βιομηχανίας, τον δευτερογενή και τον τριτογενή τομέα, τον μετασχηματισμό της ελληνικής οικονομίας σε μια οικονομία όπου κυριαρχούν οι υπηρεσίες, σε μια οικονομία που θα κυριαρχεί η παραγωγή. Και αυτό δεν αφορά μόνο τη βιομηχανία ή τη μεταποίηση. Αφορά και τον πρωτογενή τομέα, αφορά και τον αγροτικό τομέα που βλέπουμε τι συμβαίνει αυτές τις ημέρες.
Η ενίσχυση του ελληνικού αγροτικού τομέα και εν γένει του πρωτογενούς τομέα είναι πάρα πολύ σημαντική για να αλλάξουμε το παραγωγικό μοντέλο της χώρας. Δηλαδή, οτιδήποτε είναι δευτερογενές, όπως η παροχή υπηρεσιών, για μένα θα πρέπει να γίνει πρωτογενές. Δηλαδή, να παράγουμε ό,τι χρειάζεται αυτόνομα, με αυτάρκεια, έτσι ώστε να μπορέσουμε μετά να έχουμε...και δεν αντιλέγω, το να έχεις τις δικές σου υπηρεσίες είναι κάτι πολύ θετικό. Αλλά το να εξυπηρετούμε ένας τον άλλον, να το πω έτσι απλοϊκά, δεν έχει βιωσιμότητα ως οικονομικό μοντέλο.
Και να πω για το παραγωγικό μοντέλο, ότι κομμάτι του παραγωγικού μοντέλου, για μένα, είναι η ενίσχυση, το είπα και προηγουμένως, των ελληνικών εξαγωγών. Δηλαδή, πρέπει να φερθούμε έξυπνα, να δούμε τι χρειάζεται ο πλανήτης, τι χρειάζονται άλλες χώρες κοντά μας, να φύγουμε από τα παραδοσιακά, αν θέλετε, αγροτικά προϊόντα, να τα ενισχύσουμε εννοώ, να τα διευρύνουμε. Έτσι, ήδη βλέπουμε στον αμυντικό τομέα πόσες μεγάλες προσπάθειες γίνονται από ελληνικές αμυντικές βιομηχανίες, από εταιρείες παραγωγής εξοπλισμών.
Βλέπουμε επιτυχίες σημαντικές με εξαγωγές σε τρίτες χώρες. Άρα, λοιπόν, θα πρέπει να δούμε ευρύτερα τι μπορούμε ως χώρα να παράγουμε και τι μπορούμε να εξάγουμε για να βοηθήσουμε, αν θέλετε, και το ισοζύγιο των εισαγωγών-εξαγωγών, που είναι πάρα πολύ σημαντικό.







