Ξεκινώντας από το πόσο μπορεί να επηρεάσει ο πόλεμος την ακρίβεια, ο υφυπουργός ανέφερε: «Κανείς δεν μπορεί να ξέρει. Θα εξαρτηθεί από τη διάρκεια και την ένταση της κρίσης. Θεωρώ ότι έχουμε κάνει τα κουμάντα μας. Δεν είναι η πρώτη κρίση που αντιμετωπίζουμε». Και προσέθεσε: «Είμαστε προβληματισμένοι, δεν υπάρχει κλίμα πανικού σε βασικούς πυλώνες της οικονομίας (επενδύσεις, εξαγωγές, τουρισμός)».
Ακολούθως επικαλέσθηκε τις συναντήσεις που έκαναν τα συναρμόδια Υπουργεία με τα διυλιστήρια, τις εταιρείες εμπορίας, εν τέλει με όλους όσοι «πρέπει να δείξουν κοινωνική υπευθυνότητα». Όμως, διεμήνυσε, «το κράτος θα κάνει τη δουλειά του, υπάρχει ανεξάρτητη Αρχή που εποπτεύει την αγορά».
Εξ άλλου, συμπλήρωσε, «η εικόνα της ελληνικής οικονομίας δεν είναι μιας οικονομίας που είναι φτερό στο άνεμο εδώ και κάποια χρόνια. Υπάρχει μεγαλύτερη ασφάλεια στην ελληνική οικονομία. Τα δημοσιονομικά πλεονάσματα μας δίνουν τη δυνατότητα να στηρίξουμε εκεί όπου υπάρχει ανάγκη», στην περίπτωση που απαιτηθεί.
Από εκεί και πέρα, «στο Eurogroup θα συζητηθούν τα θέματα ενέργειας και στήριξης. Αν πάμε σε ακραίες καταστάσεις που πρέπει να εξετάσουμε τα θέματα δαπανών ρητρών διαφυγής, αυτά θα γίνουν σε συντονισμό, σε ευρωπαϊκό επίπεδο». Επιπλέον, «οι τιμές στην ενέργεια ήταν στα περυσινά επίπεδα περίπου. Είναι δέκα φορές μικρότερες από όταν ξέσπασε ο πόλεμος στην Ουκρανία και οι τιμές αυτές παρατάθηκαν για ένα - δύο χρόνια».
Επίσης, «έχει αποκτηθεί και μια εμπειρία και ξέρεις πότε να κινηθείς και με ποια εργαλεία». Σε κάθε περίπτωση, διευκρίνισε, οτιδήποτε είναι για μεγάλο χρονικό διάστημα πάνω από τα εκατό δολάρια το βαρέλι, «χτυπάει καμπανάκι, ενεργοποιεί σημαντικές παρεμβάσεις. Δεν είμαστε ακόμη σε αυτό το σημείο», διευκρίνισε πάντως.
Ένα άλλο σημείο στο οποίο επέμεινε ο υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ είναι ότι «η Ελλάδα έχει σημαντικό ρόλο στην αρχιτεκτονική της περιφερειακής ασφάλειας. Με τους αδελφούς μας Κυπρίους κάναμε το εθνικά επιβεβλημένο. Και την Κύπρο θα την στηρίζουμε πάντοτε, σε οποιαδήποτε στιγμή. Πολλώ μάλλον τώρα. Προφανώς θα συνδράμουμε τη Βουλγαρία χωρίς να κάνουμε εκπτώσεις στη δική μας αμυντική διάταξη».
Αναφορικά δε, με τους τουρκικούς ισχυρισμούς σε σχέση με την Κάρπαθο, είπε πως είναι «ανυπόστατοι και δεν παράγουν κανένα αποτέλεσμα. Εμείς λειτουργούμε ως δύναμη ειρήνης και σταθερότητας στην περιοχή. Δεν είναι τυχαίο - και αυτό δεν πρόκειται να το απωλέσουμε σε καμία περίπτωση - ότι μιλούμε ισότιμα και με τις αραβικές χώρες και με το Ισραήλ».
Ειδικώς δε, για το ευρωπαϊκό πλαίσιο, ο Θ. Κοντογεώργης υπογράμμισε: «Πιστεύω βαθιά στη δύναμη της Ευρώπης -η Ευρώπη είναι και πρέπει να είναι το σπίτι μας». Ειδικότερα, «έχουν γίνει σημαντικά βήματα στο κομμάτι της ενεργειακής αυτονομίας» ενώ για την άμυνα «η Ευρωπαϊκή Ένωση λέει ότι θέλει 800 δισεκ. για τα επόμενα δέκα χρόνια. Είναι καλό βήμα, η χώρα μας συμμετέχει σε αυτό και το ενθαρρύνει». Ενώ σε αυτό «που ονομάζουμε διπλωματία - κοινή εξωτερική πολιτική, θα πρέπει να υπάρξει μεγαλύτερη ομογενοποίηση» -και η χώρα μας θα είναι στον πυρήνα των σχετικών αποφάσεων.
Εν κατακλείδι, «η χώρα δεν έχει προβεί σε καμία επιθετική ενέργεια, άρα δεν έχει εμπλακεί (στην κρίση). Μαζί με άλλες ευρωπαϊκές χώρες έχει στηρίξει αυτονόητα την Κύπρο». Στην κριτική δε, από τα δεξιά της Νέας Δημοκρατίας ότι η χώρα δεν ασκεί τα κυριαρχικά δικαιώματά της, ο υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ αντέτεινε ότι «η χώρα μας έχει διευρύνει το πεδίο άσκησης των κυριαρχικών δικαιωμάτων, έχει δυναμώσει τη φωνή της, αμυντικά και διπλωματικά έχει ρόλο».
Χαρακτηρίζοντας θετικές συναντήσεις του πρωθυπουργού με τους κ.κ. Ανδρουλάκη και Νατσιό, σημείωσε ότι «μπορεί να υπάρχει συναντίληψη και να μην μπαίνει μπροστά το μικροκομματικό συμφέρον». Και επαναλαμβάνοντας την πρόσκληση του Κυριάκου Μητσοτάκη στους αρχηγούς των κοινοβουλευτικών κομμάτων, παρατήρησε ότι «πολλές φορές τα Συμβούλια (Πολιτικών Αρχηγών) είναι και μια ευκαιρία για σόου». Υπενθύμισε, τέλος, την πολύωρη ενημέρωση των εκπροσώπων κομμάτων από τον υπουργό Εξωτερικών Γιώργο Γεραπετρίτη.
Στο τελευταίο ερώτημα αν ο πόλεμος μπορεί να επισπεύσει τις εθνικές εκλογές, ο υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ αντέδρασε λέγοντας πως «δεν υπάρχει τέτοιο ενδεχόμενο και δεν βλέπω και τον λόγο. Ειδικά σε μια περίοδο κρίσης, προφανώς πρέπει να υπάρχει σταθερότητα». Σε κάθε περίπτωση, συμπλήρωσε, «για την επόμενη ημέρα χρειάζεται εμπειρία, ηγετικότητα, ανθρώπους που μπορούν να διαχειρισθούν καταστάσεις».
Ενώ για εκείνους που έκαναν λόγο για πρόβα κυβερνητικής συνεργασίας, μετά τη συνάντηση των κ.κ. Μητσοτάκη - Ανδρουλάκη, ο Θ. Κοντογεώργης περιορίσθηκε να πει ότι ότι «το τι θα γίνει μετά από ένα χρόνο κανείς δεν μπορεί να προβλέψει αυτή τη στιγμή». Πάντως, κατέληξε, «εμείς θεωρούμε ότι η αυτοδυναμία είναι εφικτή και την επιδιώκουμε».





