Με την τοποθέτησή του, ο πρωθυπουργός αναγνώρισε τη δυσχερή κατάσταση για το κόμμα του και εμμέσως πλην σαφώς, διέψευσε τα σενάρια περί πρόωρης προσφυγής στις κάλπες. Η δημόσια τοποθέτηση του πρωθυπουργού είχε δύο πολιτικά στοιχεία.
Πρώτον, την πρότασή του για θεσμικές αλλαγές στο πολιτικό σύστημα συνολικά. “Κανείς - και πρώτος εγώ - δεν μπορεί να κλείσει τα μάτια του στην κρίση εμπιστοσύνης, η οποία απευθύνεται όχι μόνο στους θεσμούς αλλά και στο πολιτικό προσωπικό της χώρας συνολικά” είπε, μιλώντας για “ένα σημείο καμπής”.
Σε αυτό το πλαίσιο, προανήγγειλε την πρότασή του για “το ασυμβίβαστο Υπουργού και Βουλευτή, με αντικατάσταση του Υπουργού στη Βουλή από τον πρώτο επιλαχόντα για όσο συμμετέχει στο Υπουργικό Συμβούλιο, και με ταυτόχρονη αναβάθμιση του ρόλου του Βουλευτή”, προκειμένου να ισχύσει μετά τις επόμενες εθνικές εκλογές, σημειώνοντας ότι η πρόταση αυτή θα αποτελέσει δέσμευση της ΝΔ για την επόμενη τετραετία.
Η πρόταση αυτή, που θα ενταχθεί στην ευρύτερη συζήτηση για τη Συνταγματική Αναθεώρηση, είναι έως σήμερα υπό διαμόρφωση και περιλαμβάνει ως βασικό περίγραμμα την αναστολή της βουλευτικής ιδιότητας για ένα πρόσωπο που επιλέγεται για υπουργός και ο οποίος θα αντικαθίσταται από τον επιλαχόντα. Στη θέση του βουλευτή θα επανέρχεται όταν θα παύει να είναι μέλος της κυβέρνησης.
Με δεδομένο ότι μια τέτοια συνθήκη θα μπορούσε να οδηγήσει σε “έκρηξη” βουλευτικών γραφείων, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης, σημείωσε ότι ίσως η πρόταση αυτή θα πρέπει να συνοδεύεται από μείωση του αριθμού των βουλευτών, ανοίγοντας ακόμη περισσότερο τη “βεντάλια” των θεσμικών παρεμβάσεων, που μελετά το Μέγαρο Μαξίμου.
Επιμένοντας στο ορόσημο του 2030, ο κ.Μητσοτάκης έθεσε ένα κεντρικό διακύβευμα για τις επόμενες εκλογές, υποστηρίζοντας ότι “καλούμαστε να αναμετρηθούμε με όλες εκείνες τις διαχρονικές παθογένειες που δεν ξεριζώσαμε ακόμα. Και παρά τις δυσκολίες, παρά τις αντιδράσεις, είμαι σίγουρος ότι Ελληνίδες και οι Έλληνες θα στηρίξουν αυτή την προσπάθεια. Προσπάθεια εκσυγχρονισμού και αναβάθμισης της δημόσιας ζωής”.
Βάζοντας εκ νέου σε πρώτη προτεραιότητα τη λεγόμενη αντιμετώπιση των χρόνιων παθογενειών, ο κ. Μητσοτάκης, όπως είπε “ως Πρωθυπουργός, αλλά και ως Πρόεδρος ενός κόμματος που εγγυάται τη σταθερότητα και την ασφάλεια” μίλησε για “νέα αφετηρία μάχης με το «βαθύ κράτος»” και προσπάθειας να μετατρέψει τη ΝΔ σε “δύναμη ρήξης με τα κακώς κείμενα και να αναμετριέται, με ειλικρίνεια και γενναιότητα, με τις δικές της αδυναμίες”.
Δεύτερο πολιτικό στοιχείο, η έμμεση απάντηση στα σενάρια περί πρόωρης προσφυγής στις κάλπες, που επανήλθαν με ένταση τις τελευταίες ημέρες “Η χώρα θα νικήσει ό,τι έρχεται από το χθες και την κρατά πίσω. Και η πορεία της στο εξής θα είναι μόνο μπροστά, με πρώτο και καθοριστικό σταθμό τις εκλογές του 2027” κατάληξε στο τηλεοπτικό του μήνυμα, δίνοντας, μάλιστα, μια ακόμη διάσταση στις επερχόμενες κάλπες.
Στην ουσία της συγκεκριμένης υπόθεσης, ο Κυριάκος Μητσοτάκης χαρακτήρισε την αποστολή δικογραφίας στη Βουλή με αίτημα την άρση της ασυλίας 11 Βουλευτών της Νέας Δημοκρατίας, ως “σοβαρή εξέλιξη”, υπενθυμίζοντας τον ρόλο της ίδιας της κυβέρνησης στον εντοπισμό των συμπεριφορών αυτών.
“Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θεσμοθετήθηκε το 2020 και στηρίχθηκε πλήρως από την κυβέρνησή μας. Το δε υλικό πάνω στο οποίο εδράζει τα αιτήματά της είναι προϊόν νόμιμων επισυνδέσεων που έγιναν από τις διωκτικές αρχές και πάλι αυτής της κυβέρνησης. Χωρίς να υπάρξει, προφανώς, καμία παρέμβαση στο έργο τους” είπε χαρακτηριστικά.
Απευθύνθηκε, όμως και στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, ζητώντας άμεσες κινήσεις από εδώ και στο εξής, προκειμένου να ξεκαθαρίσει το τοπίο. “Με δεδομένο ότι ο δυτικός νομικός πολιτισμός έχει δώσει αγώνες για να κατακτηθεί το τεκμήριο της αθωότητας, τονίζω ότι θα κάνω ό,τι περνά από το χέρι μου για να το υπερασπιστώ. Γι’ αυτό και ζητώ από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, μετά την άρση της ασυλίας των Βουλευτών μας, να προχωρήσει ταχύτατα σε όλες τις ανακριτικές ενέργειες και να αποφανθεί αν, σε πόσους και σε ποιους προτίθεται να ασκήσει διώξεις” κατέληξε.
Επισημαίνοντας ότι οι υποθέσεις αυτές αφορούν το 2021 και όχι το σήμερα, ο πρωθυπουργός επέμεινε στο ότι “η Νέα Δημοκρατία τροποποίησε το Σύνταγμα ώστε η άρση της ασυλίας των Βουλευτών να γίνει ο κανόνας και όχι η εξαίρεση”, αλλά και στην αξιολόγηση κατά περίπτωση, για την οποία εξαρχής είχε μιλήσει το Μέγαρο Μαξίμου, τονίζοντας ότι “από την πρώτη επεξεργασία των στοιχείων είναι σαφές πως δεν έχουν όλες οι υποθέσεις την ίδια βαρύτητα. Ένα, όμως, είναι βέβαιο: κανείς από τους Βουλευτές μας δεν κατηγορείται ότι αποκόμισε οικονομικό όφελος”, όπως είπε.
Ο κ. Μητσοτάκης επέλεξε να απαντήσει σε προσωπικό τόνο, απευθυνόμενος εμμέσως και στην αντιπολίτευση, χωρίς, ωστόσο, να απευθυνθεί συγκεκριμένα στα κόμματα. “Φτάνει πια με τους υποκριτές που «ανακάλυψαν» ξαφνικά ότι τα ρουσφέτια στον τόπο ξεκίνησαν το 2019. Τέτοιες πελατειακές σχέσεις συνοδεύουν το ελληνικό κράτος από τη σύσταση του. Είναι από τους βασικούς λόγους της εθνικής μας υστέρησης σε σχέση με την Ευρώπη”, τόνισε, συμπληρώνοντας χαρακτηριστικά, “δεν προέκυψα από πολιτική «παρθενογένεση». Όποιος Βουλευτής εκλέγεται με σταυρό, διατηρεί πολιτικό γραφείο και ισχυρίζεται πως δεν έχει κάνει ποτέ κάποια εξυπηρέτηση, είναι απλώς ψεύτης”.
Στον ίδιο προσωπικό τόνο, σημείωσε ότι “από το 2019 αγωνίζομαι να μετατρέψω την Ελλάδα σε σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος, στο οποίο δεν θα χρειάζεται να γνωρίζεις προσωπικά τον Βουλευτή προκειμένου να αντιμετωπιστείς με αξιοπρέπεια από το Δημόσιο”, μίλησε για “το μεγάλο στοίχημα του ψηφιακού εκσυγχρονισμού” που στοχεύει “στην αντιμετώπιση της μικρής ή μεγαλύτερης διαφθοράς που μπορεί να κρύβεται σε κάθε διαδικασία στην οποία υπεισέρχεται ανθρώπινος παράγοντας” και κατέληξε, λέγοντας ότι “πρέπει να στερήσουμε από το ρουσφέτι το πολιτικό του «οξυγόνο»”, αναφερόμενος στην ίδια τη λειτουργία του κράτους.
Κάνοντας την αυτοκριτική του, όπως τόνισε, μίλησε για τον ΟΠΕΚΕΠΕ ως “μάστιγα των πελατειακών σχέσεων, που επί δεκαετίες περνούσαν, σαν παλαιοκομματική «σκυτάλη», από τα χέρια της μιας κυβέρνησης προς την επόμενη”, λέγοντας ότι δεν έκανε, όπως είπε, νωρίτερα δραστικές παρεμβάσεις για να σπάσει το «απόστημα».
Ο κ. Μητσοτάκης έθεσε τον ψηφιακό εκσυγχρονισμό και τη διαφάνεια ως τα “εργαλεία” για να ξεπεραστούν “πρακτικές που δεν χωρούν στον 21ο αιώνα”, σημειώνοντας ότι με την υπαγωγή του οργανισμού στην ΑΑΔΕ, “ΟΠΕΚΕΠΕ, όπως τον ξέραμε, δεν υπάρχει πια”.
Πηγή: Liberal.gr,Λίδα Μπόλα





