Η ανομία δεν είναι «ανεκτικότητα», η βία δεν αποτελεί «πολιτική έκφραση» και η αδράνεια δεν πρέπει να αξιολογείται ως «θεσμική ευαισθησία». Όλες οι παραπάνω βολικές -για πολλούς- δικαιολογίες, επειδή δεν είχαν το θάρρος να ορθώσουν ανάστημα, είχαν ως αποτέλεσμα να αλλοιωθεί η έννοια και πολλές φορές η εικόνα των πανεπιστημίων σε όλη τη χώρα.
Η περίφημη «βιβλιοθήκη» του ΑΠΘ που τελούσε υπό κατάληψη για περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες ήταν το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας στρεβλής νοοτροπίας που είχε παγιωθεί ως κανονικότητα, με αποτέλεσμα ολόκληρες γενιές φοιτητών να θεωρούν φυσιολογικό το παράλογο και το παράνομο. Χώροι που έπρεπε να είναι κοιτίδες δημιουργίας και να χρησιμοποιούνται από τους φοιτητές «απαλλοτριώθηκαν» για δεκαετίες από μειοψηφίες που επέβαλλαν με τραμπουκισμούς τον φόβο στη σιωπηλή πλειοψηφία.
Οι βολικές δικαιολογίες του χθες
Βασική αιτία αυτής της θλιβερής κατάστασης αποτέλεσε το γεγονός ότι για χρόνια η συζήτηση γύρω από αυτό το ευαίσθητο θέμα εγκλωβίστηκε σε ιδεολογικά διλήμματα του στυλ «Δεξιά vs Αριστερά» και μια σειρά από πολιτικές ισορροπίες. Φτάσαμε στο σημείο όσοι απαιτούσαν να μπει μια τάξη στα ελληνικά πανεπιστήμια να θεωρούνται «εχθροί» της δημοκρατίας, οπαδοί του αυταρχισμού, πολέμιοι του «ασύλου των ιδεών», ενώ όσοι λυμαίνονταν τα πανεπιστημιακά campus μετατρέποντάς τα σε «τσιφλίκι» τους ή χώρους διεξαγωγής κάθε λογής αφορολόγητου party, παρουσιάζονταν ως δήθεν υπερασπιστές της ελευθερίας και της φοιτητικής έκφρασης. Αναμφίβολα επρόκειτο για μια επικίνδυνη αντιστροφή της πραγματικότητας.
Η αποφασιστικότητα της κυβέρνησης
Η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη επέλεξε να βάλει τέλος σε αυτήν τη στρεβλή πραγματικότητα ικανοποιώντας ένα πάγιο και διαρκές αίτημα της κοινωνίας, αλλά και της πλειοψηφίας των φοιτητών και της ακαδημαϊκής κοινότητας. Προχώρησε σε μια σημαντική νομοθετική παρέμβαση που ενισχύει ουσιαστικά την ασφάλεια και τη λογοδοσία στα πανεπιστήμια. Το νέο νομοθετικό πλαίσιο αποτέλεσε την απάντηση σε ένα συστημικό πρόβλημα, αφού για πρώτη φορά θεσπίστηκαν συγκεκριμένα «εργαλεία» που λύνουν τα χέρια των πρυτανικών αρχών και αποτελούν σαφή οδηγό για την αποφυγή και διαχείριση παρόμοιων καταστάσεων στο μέλλον. Ο νόμος του κράτους (Ν.5224/5) προβλέπει αυστηρότερες ποινές για βίαιες ενέργειες, μηχανισμούς άμεσης αντίδρασης, ψηφιακά συστήματα ελεγχόμενης πρόσβασης, αυτοδίκαιες κυρώσεις για παραβάτες και σαφείς ευθύνες για διοικητικά όργανα που αδρανούν. Με άλλα λόγια, το κράτος έδωσε ένα ολοκληρωμένο και λειτουργικό «οπλοστάσιο» για την προστασία της πανεπιστημιακής κοινότητας.
Ερωτήματα που ζητούν απαντήσεις…
Δυστυχώς, τα τελευταία επεισόδια που έλαβαν χώρα στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, που συνοδεύτηκαν από τραυματισμούς, εκατοντάδες προσαγωγές και φθορά δημόσιας περιουσίας, απέδειξαν για ακόμη μια φορά ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν είναι το νομοθετικό πλαίσιο, αλλά το «κενό» στην εφαρμογή του και στην αποφασιστικότητα να εφαρμοστεί χωρίς εκπτώσεις όχι μόνο το πνεύμα αλλά και το «γράμμα» του νόμου. Γι’ αυτόν το λόγο το υπουργείο Παιδείας έθεσε άμεσα πέντε ερωτήματα και ζητά απαντήσεις εντός 48 ωρών. Για παράδειγμα, ήταν σε γνώση του Πανεπιστημίου η διεξαγωγή της εκδήλωσης; Υποβλήθηκε στην Πρυτανεία σχετικό αίτημα και δόθηκε άδεια; Ποιος ήταν ο ρόλος της ιδιωτικής εταιρείας φύλαξης;
Οι πρυτανικές αρχές του ΑΠΘ, σε δική τους ανακοίνωση επισημαίνουν ότι δεν δόθηκε καμία άδεια για το πάρτι γιατί «κάτι τέτοιο απαγορεύεται από τον νόμο». Άρα, το θεμελιώδες ερώτημα είναι πώς βρέθηκαν όλα αυτά τα «εξτρεμιστικά στοιχεία», όπως τα αναφέρει η ανακοίνωση του ΑΠΘ εντός της Πολυτεχνικής Σχολής. Ποιοι τους πέρασαν μέσα και γιατί δεν εντοπίστηκαν νωρίτερα; Τι είδους πάρτι ήταν αυτό με 25 κοντάρια, 7 μολότοφ που βρέθηκαν στη διασταύρωση των οδών Γ’ Σεπτεμβρίου και Εγνατίας, 10 αντιασφυξιογόνες μάσκες και μικροποσότητα κάναβης; Ο Νόμος προβλέπει την αξιοποίηση τεχνικών μέσων ελεγχόμενης πρόσβασης και ταυτοποίησης. Να εφαρμοστεί!
…και ο νόμος που περιμένει να εφαρμοστεί
Πέραν όμως των «γιατί» υπάρχει και το «ως εδώ και μη παρέκει». Για παράδειγμα θα εφαρμοστεί το σκέλος του νόμου που προβλέπει ότι εφόσον διαπιστωθεί πως φοιτητές συμμετείχαν στα επεισόδια θα απωλέσουν την ιδιότητά τους και θα κληθούν να πληρώσουν τις ζημιές που θα πιστοποιηθεί ότι προκάλεσαν; Θα επιβληθούν οι προβλεπόμενες ποινές για οργανωμένες και βίαιες ενέργειες, έως και κάθειρξη 10 ετών, σε περιπτώσεις σοβαρών επιθέσεων και φθορών;
Με λίγα λόγια βρισκόμαστε μπροστά σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Από τη μία πλευρά υπάρχει ένα σύγχρονο θεσμικό πλαίσιο που δίνει σαφείς λύσεις και εργαλεία ασφάλειας. Από την άλλη, υπάρχουν ακόμη θύλακες που επιμένουν να δοκιμάζουν τα όρια και τις αντοχές αυτού που αποκαλούν «σύστημα». Ας μην μπερδευόμαστε, όμως και ας μην κοιτάμε μόνο το δέντρο, αλλά ας βάλουμε τα πράγματα στη σωστή τους διάσταση.
Οι «μπαχαλάκηδες» δεν είναι ούτε ρομαντικοί… επαναστάτες ούτε πολιτικοποιημένοι φοιτητές που διεκδικούν κάτι καλύτερο. Είναι μικρές, οργανωμένες ομάδες που έχουν μετατρέψει τη βία σε επάγγελμα και την καταστροφή σε πολιτική ταυτότητα. Δεν υπερασπίζονται καμία ιδέα, απεναντίας ζουν μέσα από το χάος που προκαλούν. Κρύβονται πίσω από συνθήματα, εκμεταλλεύονται τη μαζικότητα των πανεπιστημίων και εμφανίζονται κάθε φορά που η αδράνεια των αρχών τούς αφήνει χώρο να δράσουν. Δεν ενδιαφέρονται για την ακαδημαϊκή ελευθερία, γιατί πρώτοι την καταπατούν. Δεν ενδιαφέρονται για τους φοιτητές, γιατί είναι αυτοί που τους εκφοβίζουν. Δεν ενδιαφέρονται για τη δημοκρατία, γιατί επιβάλλουν τη σιωπή με πέτρες, μολότοφ καικαταστροφές. Και κάθε φορά που καίνε αυτοκίνητα, σπάνε αίθουσες και τραυματίζουν ανθρώπους, δεν κάνουν «πολιτική», ούτε «αντίσταση», βανδαλίζουν. Έμαθαν να λειτουργούν μέσα σε ένα περιβάλλον ανοχής, γιατί ήξεραν ότι οι ευθύνες θα χαθούν στα γρανάζια της γραφειοκρατίας, ότι οι πειθαρχικές διαδικασίες θα καθυστερήσουν, ότι η δημόσια συζήτηση θα καταλήξει πάλι σε θεωρητικές αντιπαραθέσεις. Αποτέλεσμα; Κάθε επεισόδιο γινόταν προάγγελος του επόμενου.
Καμία ανοχή, καμία δικαιολογία
Και εδώ βρίσκεται το πραγματικό διακύβευμα. Γιατί οι μπαχαλάκηδες δεν είναι πανίσχυροι, είναι λίγοι. Δυναμώνουν μόνο όταν οι θεσμοί διστάζουν και όταν οι αρχές κάνουν πίσω. Κάθε υποχώρηση τους έδινε «αέρα» και κάθε καθυστέρηση στην εφαρμογή των μέτρων τους δίνει χρόνο να οργανωθούν ξανά. Η κοινωνία, όμως, έχει κουραστεί. Οι φοιτητές θέλουν να σπουδάζουν και όχι να φοβούνται να πλησιάσουν το πανεπιστημιακό campus. Οι καθηγητές θέλουν να διδάσκουν και όχι να φυλάγονται επειδή κάποιοι απειλούν τη ζωή τους γράφοντας συνθήματα με για εκείνους και τις οικογένειες τους στους τείχους και όλοι εμείς δεν ανεχόμαστε άλλο να πληρώνουμε τις καταστροφές μιας βίαιης μειοψηφίας που καμουφλάρει την παραβατικότητα της με τον μανδύα του «αγώνα». Αυτήν τη φορά το μήνυμα πρέπει να είναι καθαρό και αδιαπραγμάτευτο: καμία ανοχή, καμία δικαιολογία, καμία επιστροφή στο παρελθόν.










