Πιο συγκεκριμένα με τα νούμερα είναι χαρακτηριστικά του μεγέθους του προβλήματος καθώς, σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας, 8 στους 10 βιοτέχνες του Νομού Θεσσαλονίκης έχουν κενές θέσεις στις επιχειρήσεις τους. Ταυτόχρονα, οι 5 στους 10 αδυνατούν να καλύψουν τις ανάγκες της επιχείρησης τους σε τεχνικό προσωπικό.
Ο κλάδος που αντιμετωπίζει το μεγαλύτερο πρόβλημα και κατέχει την αρνητική πρωτιά είναι αυτός της οικοδομής, με τα επαγγέλματα που δραστηριοποιούνται εντός του συγκεκριμένου κλάδου να καλούνται να διαχειριστούν αυτή την αρνητική συνθήκη.
Γνωστός εργολάβος της Θεσσαλονίκης με την επιχείρησήη του να έχει έδρα στην περιοχή του Δήμου Θέρμης σχολίασε στα Μακεδονικά Νέα πως «η οικοδομή είναι δύσκολη πλέον για τους Έλληνες, ειδικά για τους νέους. Όλοι μας και συμπεριλαμβάνω τον εαυτό μου, θέλουμε να βλέπουμε τα παιδιά μας να εργάζονται πίσω από ένα γραφείο με καλές συνθήκες και να μην ταλαιπωρούνται στην εργασία τους για να ζήσουν. Ωστόσο το πρόβλημα έχει ξεφύγει σε τέτοιο βαθμό που δεν βρίσκουμε ούτε εξειδικευμένους εργαζόμενους σε θέσεις καλά αμειβόμενες τουλάχιστον για τα ελληνικά δεδομένα».
Τα στοιχεία που προκύπτουν από το Οικονομικό Βαρόμετρο Ιουλίου - Αυγούστου, που διεξήγαγε Βιοτεχνικό Επιμελητήριο Θεσσαλονίκης, είναι άκρως αποκαλυπτικά.
Το 75% των συμμετεχόντων στην έρευνα απάντησε θετικά στην ερώτηση «η επιχείρηση σας έχει κενές θέσεις εργασίας;» και το υπόλοιπο 25% δηλαδή μόνο το ένα τέταρτο έδωσε αρνητική απάντηση.
Στην επίσης ενδεικτική ερώτηση «πόσες κενές θέσεις εργασίας έχετε;» το 72% δήλωσε 1 έως 2, το 20% 3 έως 5, ενώ το 8% περισσότερες.
Στον κατασκευαστικό κλάδο οι μεγαλύτερες ελλείψεις
Ο κλάδος που αντιμετωπίζει το μεγαλύτερο πρόβλημα σε κενές θέσεις εργασίας είναι ο κατασκευαστικός.
Σύμφωνα με την έρευνα, οι μεγαλύτερες δυσκολίες για την εξεύρεση προσωπικού εντοπίζονται στις ειδικότητες των τεχνιτών σε ποσοστό 51% και ακολουθούν οι ανειδίκευτοι εργάτες με 14%, οι πωλητές με 8%, οι εργαζόμενοι στα τμήματα marketing με 4% και στα τμήματα πληροφορικής / λογιστηρίου με ποσοστό 3%.
Η οικοδομή παραμένει ένα δύσκολο περιβάλλον για εργασία παρά το γεγονός ότι περιλαμβάνει πολλές ειδικότητες που απαιτούν γνώση και εμπειρία και φυσικά μεγάλη εξειδίκευση.
Στο πλαίσιο αυτό, αναφορικά με τους κλάδους στους οποίους υπάρχει η μεγαλύτερη δυσκολία εύρεσης εργαζομένων, το 37% απάντησε στα οικοδομικά επαγγέλματα (ηλεκτρολόγοι, υδραυλικοί, ελαιοχρωματιστές, τεχνίτες γυψοσανίδες, κουφωμάτων κλπ), το 22% στα συνεργεία αυτοκινήτων, το 15% σε αρτοποιεία - ζαχαροπλαστεία, το 8% σε ένδυση - υπόδηση, το 7% σε κομμωτήρια, το 6% σε τρόφιμα - ποτά και το 5% σε άλλους κλάδους.
Τα παραπάνω αποτελέσματα καταδεικνύουν σε μεγάλο βαθμό την έλλειψη εργατικού δυναμικού με εκπαίδευση και εξειδίκευση στα συγκεκριμένα επαγγέλματα, ειδικά στα οικοδομικά.
Οι αιτίες για τις κενές θέσεις εργασίας
Η έρευνα του ΒΕΘ διερεύνησε και τους λόγους για τους οποίους παρουσιάζονται αυτά τα μεγάλα κενά σε θέσεις εργασίας.
Στην ερώτηση «για ποιον λόγο πιστεύετε πως μένουν κενές οι θέσεις εργασίας;» το 45% απάντησε πως υπάρχει έλλειψη ατόμων που ενδιαφέρονται να απασχοληθούν στην προσφερόμενη θέση, το 19% πως αιτία είναι οι χαμηλοί μισθοί, το 9% πως οφείλεται στην έλλειψη απαιτούμενων προσόντων, το 7% στην έλλειψη εμπειρίας, το 6% εκτιμά πως αιτία είναι η απουσία επαγγελματικής ανέλιξης, ενώ το 14% απάντησε πως οφείλεται σε άλλους λόγους.
Τα αποτελέσματα του παραπάνω ερωτήματος, αναδεικνύουν ακόμη ένα μεγάλο θέμα που λειτουργεί αποτρεπτικά ως προς την επιλογή των επαγγελμάτων αυτών.
Ηλεκτρολόγος στην περιοχή της Λαμπράκη στην Τούμπα τονίζει ότι «παρά τα καλύτερα μεροκάματα και τις μεγαλύτερες απολαβές που σίγουρα έχει ένα εξειδικευμένος εργαζόμενος στην κατασκευή κάποια οικοδομής σε σχέση που τους ανειδίκευτους, η Ελλάδα παραμένει ακόμη μια χώρα που δεν αμείβει στο επίπεδο που θα έπρεπε την εξειδίκευση και τους καλούς τεχνικούς και τεχνίτες. Έτσι είναι πολλοί αυτοί που επιλέγουν να εργάζονται μόνοι τους ως ελεύθεροι επαγγελματίες παρά ως υπάλληλοι σε κάποιον εργολάβο».
Όσον αφορά τη διατήρηση των υφιστάμενων θέσεων εργασίας, η μεγάλη πλειοψηφία των ερωτηθέντων σε ποσοστό 84% απάντησε πως το επόμενο δίμηνο θα διατηρήσει το ανθρώπινο δυναμικό της επιχείρησης του, το 9% πως θα προσλάβει προσωπικό και το 7% πως θα απολύσει.
Για τη διατήρηση των θέσεων εργασία αλλά και την αύξηση τους απαραίτητη προϋπόθεση είναι οι επιχειρήσεις να μπορούν να καλύψουν τα λειτουργικά τους κόστη και να καταγράφουν ικανοποιητική κερδοφορία.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει το εύρημα σε ερώτηση σχετικά με τον τζίρο της επιχείρησης, καθώς το ποσοστό που απάντησε ότι ο τζίρος τους αυξήθηκε δηλαδή το 3% των ερωτηθέντων, είναι σχεδόν ίσο με το ποσοστό όσων απάντησαν ότι ο τζίρος τους μειώθηκε, δηλαδή το 41%, με ένα 16% να δηλώνει ότι ο τζίρος της επιχείρησης του παρέμεινε ίδιος.