Η πραγματική πρόκληση για την ελληνική οικονομία δεν εντοπίζεται μόνο στη διατήρηση των παραδοσιακών αγορών, αλλά κυρίως στη στρατηγική διείσδυση σε νέες, ταχέως αναπτυσσόμενες οικονομίες, όπως οι χώρες της Mercosur (Βραζιλία, Αργεντινή, Παραγουάη, Ουρουγουάη κτλ.) και η Ινδία.
Τα στοιχεία του Συνδέσμου Εξαγωγέων-ΣΕΒΕ δείχνουν ότι οι συγκεκριμένες αγορές παραμένουν σε μεγάλο βαθμό αναξιοποίητες από την Ελλάδα, παρά το σημαντικό δυναμικό τους, ιδιαίτερα στον αγροδιατροφικό τομέα, όπου η χώρα και ιδίως η Κεντρική Μακεδονία διαθέτει σαφή συγκριτικά πλεονεκτήματα.
Όπως επισήμανε ο πρόεδρος του Συνδέσμου Εξαγωγέων (ΣΕΒΕ), Συμεών Διαμαντίδης στο πλαίσιο του 34ου Money Show, η Ελλάδα διανύει μια κρίσιμη περίοδο, καθώς οι διεθνείς εξελίξεις επηρεάζουν το κόστος παραγωγής και τις εμπορικές ροές. Η αύξηση των καυσίμων και της ενέργειας, σε συνδυασμό με τις πληθωριστικές πιέσεις, δημιουργούν ένα απαιτητικό περιβάλλον για τις επιχειρήσεις. Παρόλα αυτά, οι ελληνικές εξαγωγές δεν έχουν παρουσιάσει μείωση. Τα εμπορεύματα συνεχίζουν να διακινούνται κανονικά, ενώ ακόμη και σε περιοχές με γεωπολιτικές εντάσεις, οι εξαγωγές έχουν επανέλθει στα επίπεδα πριν την κρίση. Οι εξαγωγές προς τις χώρες του Κόλπου ανέρχονται περίπου στα 770 εκατ. ευρώ και δεν επηρεάζουν ουσιαστικά το συνολικό επίπεδο εξαγωγών της χώρας, το οποίο διαμορφώνεται κοντά στα 50 δισ. ευρώ για τα προϊόντα και αντίστοιχα περίπου 50 δισ. ευρώ για τις υπηρεσίες.
Η ανθεκτικότητα αυτή επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι την περίοδο 2010 έως 2025 οι ελληνικές εξαγωγές τριπλασιάστηκαν, παρά τις αλλεπάλληλες κρίσεις. Ωστόσο, όπως υποστήριξε ο κ. Διαμαντίδης, η χώρα δεν μπορεί να επαναπαύεται. Οι διεθνείς εμπορικές ισορροπίες μεταβάλλονται συνεχώς και απαιτείται άμεση προσαρμογή, με άνοιγμα σε νέες αγορές όπως οι χώρες της Mercosur και η Ινδία.
Στην περίπτωση των Ηνωμένων Πολιτειών, η εικόνα είναι σαφώς πιο ώριμη. Η Ελλάδα, με βάση τα στοιχεία του ΣΕΒΕ, εξάγει περίπου 2,4 δισ. ευρώ και εισάγει 2,3 δισ. ευρώ, εμφανίζοντας ένα μικρό εμπορικό πλεόνασμα περίπου 57 εκατ. ευρώ. Στον αγροδιατροφικό τομέα, οι ελιές αποτελούν βασικό εξαγωγικό προϊόν, καθώς από τα 863,4 εκατ. ευρώ συνολικών εξαγωγών, τα 200 εκατ. ευρώ κατευθύνονται στην αμερικανική αγορά με το μερίδιο της Ελλάδας στις εξαγωγές της ΕΕ να αντιστοιχεί στο 40,5%. Ταυτόχρονα, η αγορά των ΗΠΑ εμφανίζει σημαντικό περιθώριο ανάπτυξης, καθώς οι συνολικές εισαγωγές ελιών φτάνουν σχεδόν το 1,2 δισ. ευρώ, ενώ στις κομπόστες η Ελλάδα κατέχει μερίδιο άνω του 80% στις εξαγωγές της ΕΕ.
Mercosur: Χαμηλή βάση, υψηλό περιθώριο ανάπτυξης
Σε αντίθεση με τις ΗΠΑ, η εικόνα στις αγορές της Mercosur είναι ιδιαίτερα περιορισμένη. Οι συνολικές ελληνικές εξαγωγές προς τις χώρες της περιοχής ανέρχονται μόλις σε 90,6 εκατ. ευρώ, ενώ το μερίδιο της Ελλάδας στις εξαγωγές της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν ξεπερνά το 0,2%. Στα επιμέρους προϊόντα, οι εξαγωγές νωπών ακτινιδίων ανέρχονται σε 28,9 εκατ. ευρώ, η άσφαλτος πετρελαίου σε 4,4 εκατ. ευρώ, τα φάρμακα σε 4,0 εκατ. ευρώ, το αλουμίνιο σε 3,9 εκατ. ευρώ και τα μέρη κινητήρων ντίζελ σε 3,5 εκατ. ευρώ.
Ακόμη πιο ενδεικτική είναι η εικόνα στον τομέα των τροφίμων και ποτών. Οι συνολικές εξαγωγές της Ελλάδας προς τη Mercosur διαμορφώνονται σε 35,3 εκατ. ευρώ, όταν οι συνολικές εισαγωγές των χωρών της περιοχής φτάνουν τα 22.619,9 εκατ. ευρώ. Στις ελιές, οι ελληνικές εξαγωγές περιορίζονται μόλις σε 1,4 εκατ. ευρώ, όταν οι συνολικές εισαγωγές της αγοράς ανέρχονται σε 132,1 εκατ. ευρώ. Στο εξαιρετικά παρθένο ελαιόλαδο, οι ελληνικές εξαγωγές είναι 1,8 εκατ. ευρώ, ενώ η αγορά φτάνει τα 513,3 εκατ. ευρώ. Στα νωπά ακτινίδια, οι ελληνικές εξαγωγές είναι 28,9 εκατ. ευρώ έναντι συνολικών εισαγωγών 114,3 εκατ. ευρώ, ενώ στα ροδάκινα κομπόστα οι εξαγωγές είναι 0,6 εκατ. ευρώ, όταν η αγορά φτάνει τα 16,6 εκατ. ευρώ.
Στο κρασί δε, η Ελλάδα εξάγει μόλις 0,2 εκατ. ευρώ, ενώ οι συνολικές εισαγωγές της Mercosur ανέρχονται σε 571,7 εκατ. ευρώ.
Η εικόνα αυτή επιβεβαιώνει την εκτίμηση ότι η Ελλάδα ουσιαστικά δεν έχει αναπτύξει παρουσία στη συγκεκριμένη αγορά, παρά το σημαντικό δυναμικό. Μάλιστα, σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, το εμπορικό ισοζύγιο τροφίμων με τη Mercosur είναι έντονα ελλειμματικό, καθώς οι εξαγωγές ανέρχονται περίπου σε 2,5 δισ. ευρώ, ενώ οι εισαγωγές προσεγγίζουν τα 15 δισ. ευρώ, δημιουργώντας ένα έλλειμμα κοντά στα 12 δισ. ευρώ.
Ινδία: Μια αγορά-γίγαντας με ελάχιστη ελληνική παρουσία
Ακόμη μεγαλύτερες προοπτικές εμφανίζει η αγορά της Ινδίας, η οποία αποτελεί μία από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες οικονομίες παγκοσμίως. Η χώρα έχει ήδη αναδειχθεί στην πέμπτη μεγαλύτερη οικονομία και αναμένεται να καταλάβει την τρίτη θέση τα επόμενα χρόνια, ξεπερνώντας τη Γερμανία και την Ιαπωνία. Το ΑΕΠ της έχει τριπλασιαστεί την τελευταία δεκαετία και οκταπλασιαστεί σε διάστημα είκοσι ετών.
Παρά τη δυναμική αυτή, η ελληνική παρουσία στην ινδική αγορά παραμένει επίσης περιορισμένη. Οι συνολικές εξαγωγές της Ελλάδας προς την Ινδία ανέρχονται σε περίπου 200 εκατ. ευρώ, ενώ το μερίδιο της Ελλάδας στις εξαγωγές της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαμορφώνεται μόλις στο 0,2%. Στον αγροδιατροφικό τομέα, οι εξαγωγές τροφίμων και ποτών φτάνουν τα 10,2 εκατ. ευρώ, έναντι συνολικών εισαγωγών της Ινδίας που ανέρχονται σε 35.420,8 εκατ. ευρώ.
Σε επίπεδο προϊόντων, οι ελληνικές εξαγωγές ελιών προς την Ινδία ανέρχονται σε 0,3 εκατ. ευρώ, της φέτας σε 0,2 εκατ. ευρώ και του ελαιολάδου επίσης σε 0,2 εκατ. ευρώ, όταν οι αντίστοιχες εισαγωγές της αγοράς φτάνουν τα 9,7 εκατ., 7,0 εκατ. και 48,1 εκατ. ευρώ αντίστοιχα. Στα νωπά ακτινίδια, οι ελληνικές εξαγωγές είναι 1,9 εκατ. ευρώ έναντι 57,0 εκατ. ευρώ συνολικών εισαγωγών, ενώ στις σταφίδες φτάνουν τα 3,9 εκατ. ευρώ έναντι 83,7 εκατ. ευρώ. Αντίστοιχα, στα νωπά μήλα οι εξαγωγές είναι 0,6 εκατ. ευρώ, ενώ οι εισαγωγές της Ινδίας φτάνουν τα 391,9 εκατ. ευρώ.
Σημαντικό εμπόδιο για τη διείσδυση στην αγορά της Ινδίας αποτελούν οι υψηλοί δασμοί. Στις σταφίδες φτάνουν έως το 105%, στο ελαιόλαδο έως το 45% και στο κρασί έως το 50%. Ωστόσο, οι υπό διαπραγμάτευση εμπορικές συμφωνίες μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Ινδίας δημιουργούν προοπτικές σημαντικής μείωσης των δασμών, με το ελαιόλαδο να μπορεί να φτάσει ακόμη και σε μηδενικό δασμό και τα ακτινίδια να περιορίζονται στο 10%.
Ο ρόλος της Κεντρικής Μακεδονίας
Σε αυτό το πλαίσιο, η Κεντρική Μακεδονία αναδεικνύεται σε κρίσιμο πυλώνα της εξαγωγικής δραστηριότητας της χώρας. Η περιφέρεια καταγράφει ισχυρές επιδόσεις στον αγροδιατροφικό τομέα, με εξαγωγές που φτάνουν τα 872.826.447 εκατ. ευρώ στα παρασκευάσματα λαχανικών και φρούτων, τα 688.639.426 εκατ. ευρώ στα φρούτα και τους καρπούς, τα 419.324.500 εκατ. ευρώ στα γαλακτοκομικά προϊόντα, τα 223.675.433 εκατ. ευρώ στα δημητριακά και τα 129.799.573 εκατ. ευρώ στα λοιπά τρόφιμα. Η παραγωγική αυτή βάση μπορεί να στηρίξει τη διείσδυση σε νέες αγορές, εφόσον συνδυαστεί με στοχευμένες στρατηγικές εξωστρέφειας.
Την ίδια στιγμή, καθοριστικός παραμένει ο ρόλος των υπηρεσιών και ειδικότερα του τουρισμού. Το εμπορικό έλλειμμα της χώρας ανέρχεται περίπου στα 32 δισ. ευρώ, ενώ το πλεόνασμα στις υπηρεσίες φτάνει τα 22 δισ. ευρώ, περιορίζοντας το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών στα 12 δισ. ευρώ. Όπως δήλωσε ο κ. Διαμαντίδης, μια μείωση του τουρισμού κατά 10% θα μπορούσε να επιβαρύνει το ισοζύγιο κατά 2 δισ. ευρώ, γεγονός που αναδεικνύει τη σημασία της διατήρησης της δυναμικής του κλάδου.
Στο πεδίο των επενδύσεων, παρατηρείται επιβράδυνση, καθώς οι επενδυτές τηρούν στάση αναμονής λόγω της διεθνούς αβεβαιότητας. Ωστόσο, η σημασία τους παραμένει καθοριστική, καθώς κάθε επένδυση δημιουργεί πολλαπλασιαστικά οφέλη. Ενδεικτικά, μια επένδυση ύψους 50 εκατ. ευρώ μπορεί να δημιουργήσει συνολική οικονομική δραστηριότητα 150 εκατ. ευρώ.
Συνολικά, οι αγορές της Mercosur και της Ινδίας αποτελούν δύο από τα σημαντικότερα πεδία ανάπτυξης για τις ελληνικές εξαγωγές τα επόμενα χρόνια. Παρά τη χαμηλή σημερινή παρουσία, το μέγεθος των αγορών, η αυξανόμενη ζήτηση και οι επικείμενες εμπορικές συμφωνίες δημιουργούν ισχυρές προοπτικές. Σύμφωνα με τον κ. Διαμαντίδη, η προσέγγιση της αγοράς της Ινδίας δεν μπορεί να είναι απλώς εμπορική, καθώς «δεν αρκεί να πούμε “πάρτε ελιές”. Πρέπει να πείσουμε τους καταναλωτές ότι πρόκειται για προϊόντα που βελτιώνουν την υγεία και την ποιότητα ζωής», ενώ πρόσθεσε ότι οι ελληνικές επιχειρήσεις έχουν αρχίσει να στρέφονται και προς τη Βραζιλία, αναζητώντας νέα κανάλια διανομής.
Η αξιοποίηση αυτών των ευκαιριών θα εξαρτηθεί συνεπώς από τη στρατηγική προσέγγιση, την ενίσχυση της εξωστρέφειας και την ικανότητα των ελληνικών επιχειρήσεων να προσαρμοστούν στις απαιτήσεις των νέων αγορών.









