Μεγάλο ρόλο στην Ευρωζώνη έπαιξε η άνοδος του ενεργειακού κόστους κατά 4,9%, ως απόρροια της πολεμικής σύρραξης στο Ιράν.
Πιο ειδικά, ο δομικός πληθωρισμός (που εξαιρεί ενέργεια και τρόφιμα) υποχώρησε ελαφρώς στο 2,3% (από 2,4%), ενώ ο πληθωρισμός στις υπηρεσίες, κρίσιμος δείκτης για την εγχώρια δυναμική, διολίσθησε στο 3,2%.
Στην ΕΚΤ, από τη μία πλευρά, τα «γεράκια», με επικεφαλής τον διοικητή της Bundesbank, Γιοακίμ Νάγκελ, πιέζουν για άμεση αύξηση των επιτοκίων ακόμα και τον Απρίλιο, φοβούμενοι ότι οι επιχειρήσεις και οι εργαζόμενοι θα ενσωματώσουν τις υψηλές τιμές ενέργειας στις προσδοκίες τους.
Από την άλλη, στελέχη όπως η Ιζαμπέλ Σνάμπελ προειδοποιούν για τον κίνδυνο μιας «βιαστικής» αντίδρασης, έχοντας ως επιχείρημα πως η οικονομία του 2026 δεν θυμίζει σε τίποτα εκείνη του 2022. Σήμερα, τα επιτόκια είναι ήδη σε υψηλά επίπεδα, η αγορά εργασίας παρουσιάζει κάμψη εδώ και μήνες, ενώ δεν υπάρχει η «συσσωρευμένη ζήτηση» της μετα-COVID εποχής.
Η κριτική που δέχθηκε η Κεντρική Τράπεζα για την καθυστερημένη αντίδραση το 2021, όταν χαρακτήριζε τον πληθωρισμό «παροδικό», βαραίνει ακόμη τις αποφάσεις της, ενώ όπως δήλωσε η Κριστίν Λαγκάρντ, αν η ΕΚΤ παραμείνει αδρανής, κινδυνεύει να χάσει την αξιοπιστία της στα μάτια των πολιτών.
Οι αγορές προεξοφλούν ήδη τρεις αυξήσεις επιτοκίων εντός του έτους, με την πρώτη να αναμένεται μεταξύ Απριλίου και Ιουνίου.





