Από τη Σίνδο και τη βιομηχανική παραγωγή έως τον τουρισμό της Πιερίας και της Χαλκιδικής, το κοινό νήμα είναι πλέον η αβεβαιότητα. Προς το παρόν δεν έχουν σημάνει γενικευμένοι συναγερμοί, όμως η άνοδος του ενεργειακού κόστους, οι αυξήσεις στις μεταφορές, οι καθυστερήσεις στην εφοδιαστική αλυσίδα και η επιφυλακτικότητα των αγορών συνθέτουν ένα νέο, ιδιαίτερα απαιτητικό περιβάλλον.
Οι επιχειρήσεις της Βόρειας Ελλάδας δείχνουν αντανακλαστικά και εμπειρία στη διαχείριση κρίσεων, ωστόσο προειδοποιούν ότι εάν η σύγκρουση παραταθεί, η πίεση θα μεταφερθεί με μεγαλύτερη ένταση στους ισολογισμούς, στις επενδύσεις, στις τιμές και τελικά στην κατανάλωση.
Η Μέση Ανατολή αποτελεί για αρκετές βορειοελλαδικές επιχειρήσεις σημαντικό εξαγωγικό προορισμό. Για ορισμένες, μάλιστα, πρόκειται για αγορά με ουσιαστικό βάρος στο εμπορικό τους αποτύπωμα. Αυτό σημαίνει ότι κάθε γεωπολιτική αναταραχή στην περιοχή έχει άμεσες και έμμεσες επιπτώσεις: από τη ματαίωση αποστολών και την αύξηση του μεταφορικού κόστους, μέχρι την αναβολή συμφωνιών και την αλλαγή στρατηγικής σε επίπεδο σχεδιασμού.
Η περίπτωση της ΒΙΟΤΡΟΧΟΣ ΑΕ
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της ΒΙΟΤΡΟΧΟΣ ΑΕ από τη Λάρισα. Ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της Βιομηχανίας Ανακύκλωσης Ελαστικών, Παναγιώτης Ντόντος, περιγράφει μια πραγματικότητα που αποτυπώνει γλαφυρά το νέο τοπίο αβεβαιότητας. Όπως επισήμανε στα Μακεδονικά Νέα, πρόκειται για μια έντονα εξαγωγική εταιρεία, με το 68% του κύκλου εργασιών της να αφορά πωλήσεις σε Ευρώπη, κυρίως στα Βαλκάνια, αλλά και στη βόρεια Αφρική και στη Μέση Ανατολή, όπου πραγματοποιεί σημαντικές εξαγωγές. Λίγο πριν ξεσπάσει η πολεμική κλιμάκωση, η εταιρεία βρισκόταν ένα βήμα πριν από την αποστολή 500 τόνων ανακυκλωμένου καουτσούκ στον Λίβανο. Η παραγγελία, ενώ είχε φτάσει στο στάδιο του εκτελωνισμού, ανεστάλη εξαιτίας της σύρραξης.
Ο κ. Ντόντος τόνισε ότι η επιρροή των εξελίξεων είναι άμεση και πολυεπίπεδη. Η ακύρωση ή έστω η προσωρινή αναστολή μιας τόσο μεγάλης παραγγελίας δείχνει πόσο γρήγορα μπορεί να ανατραπεί ο εμπορικός σχεδιασμός. Παράλληλα, σημείωσε ότι η αγορά εξακολουθεί να λειτουργεί, έστω και με επιφυλάξεις, καθώς ο πελάτης από τον Λίβανο δεν εξαφανίστηκε από το κάδρο, αλλά ζήτησε χρόνο μέχρι να ξεκαθαρίσει το τοπίο. Την ίδια στιγμή, η αύξηση του πετρελαίου και συνολικά του ενεργειακού κόστους επηρεάζει άμεσα τη λειτουργία της βιομηχανίας, αφού η ενέργεια αποτελεί πλέον έναν από τους πιο κρίσιμους συντελεστές κόστους, ενώ οι ανατιμήσεις στα καύσιμα μεταφέρονται και στις μεταφορές.
Η αντοχή των ελληνικών εξαγωγών
Από την πλευρά του εξαγωγικού κόσμου, το μήνυμα είναι πιο ψύχραιμο, αλλά όχι αμέριμνο. Ο πρόεδρος του Συνδέσμου Εξαγωγέων-ΣΕΒΕ, Συμεών Διαμαντίδης, εκτιμά ότι προς το παρόν οι ελληνικές εξαγωγές αντέχουν. Όπως ανέφερε, με εξαίρεση τις αγορές του Λιβάνου και εν μέρει του Ισραήλ, δεν διαπιστώνεται μέχρι στιγμής σοβαρή κάμψη. Στην περίπτωση του Ισραήλ, καταγράφηκαν δυσκολίες στην αρχή της κρίσης, όμως στη συνέχεια οι ροές επανήλθαν περίπου στα προγενέστερα επίπεδα. Στον Λίβανο, όπως είπε, οι εξαγωγές ενδέχεται να είναι ελαφρώς μειωμένες, χωρίς ωστόσο να έχει διαμορφωθεί μέχρι στιγμής εικόνα γενικευμένης διαταραχής, υπενθυμίζοντας ότι οι ελληνικές εξαγωγές έχουν αποδείξει και στο παρελθόν πως συχνά παρουσιάζουν αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα ακόμη και σε περιόδους διεθνών κρίσεων.
Ωστόσο, πίσω από τη σχετική αντοχή του παρόντος, διαγράφεται μια πιο δύσκολη συνέχεια, εφόσον η σύγκρουση παραταθεί. Στελέχη της αγοράς προειδοποιούν ότι τα περιθώρια απορρόφησης των κραδασμών δεν είναι ανεξάντλητα. Μετά από διαδοχικές κρίσεις – πανδημία, ενεργειακή κρίση, πληθωρισμός, διαταραχές στην εφοδιαστική αλυσίδα – αρκετές επιχειρήσεις της Βόρειας Ελλάδας λειτουργούν ήδη με αυξημένη προσοχή, αναθεωρώντας διαρκώς τους σχεδιασμούς τους.
Επιχειρήσεις τόσο της Θεσσαλονίκης όσο και της ευρύτερης περιοχής με ισχυρή εξωστρέφεια και έντονη εξάρτηση από πρώτες ύλες, καύσιμα, μεταφορές και διεθνείς παραγγελίες επαναϋπολογίζουν τα κόστη τους σχεδόν σε καθημερινή βάση. Εκείνο που προκαλεί τη μεγαλύτερη ανησυχία είναι η εκτίναξη της τιμής του πετρελαίου και σε δεύτερο χρόνο του φυσικού αερίου, καθώς οι αυξήσεις αυτές τινάζουν στον αέρα προϋπολογισμούς που είχαν καταρτιστεί σε συνθήκες σαφώς πιο ομαλές.
Εφόσον ο πόλεμος αποκτήσει μεγαλύτερη διάρκεια, πολλά σενάρια διαχείρισης ρίσκου μπαίνουν ήδη στο τραπέζι: αναστολή επενδυτικών πλάνων, περιορισμός δαπανών, μετακύλιση μέρους του κόστους στις τελικές τιμές, διεύρυνση της παρουσίας σε άλλες αγορές και συνολική ενίσχυση της αμυντικής στρατηγικής για την προστασία της κερδοφορίας και της ρευστότητας.
Η πίεση στο μεταφορικό κόστος
Σε αυτό το περιβάλλον, ένα από τα πρώτα μέτωπα που πιέζονται είναι το μεταφορικό κόστος. Η αύξηση στην ενέργεια, στους ναύλους και στα κοντέινερ επηρεάζει άμεσα την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών προϊόντων, ιδίως εκείνων που κατευθύνονται προς αγορές της Ασίας ή ευρύτερα της Ανατολικής Μεσογείου. Το μεγαλύτερο άγχος δεν σχετίζεται μόνο με το επιπλέον κόστος, αλλά και με τον κίνδυνο μιας ευρύτερης υποχώρησης της ζήτησης από βασικές αγορές των ελληνικών εξαγωγών, όπως η Ιταλία, η Γερμανία, η Κύπρος και οι Ηνωμένες Πολιτείες, εάν τα οικονομικά απόνερα της κρίσης αποδειχθούν πιο βαθιά και μακροχρόνια.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της αγοράς, η επιβάρυνση στο μεταφορικό κόστος κινείται ήδη περίπου στο 10%, καθώς η αύξηση στον χρόνο μεταφοράς, σε συνδυασμό με την αβεβαιότητα γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, συμπιέζει τη λειτουργία της εφοδιαστικής αλυσίδας. Επιπλέον, αρχίζουν να εμφανίζονται και οι πρώτες ελλείψεις σε πλαστικά συσκευασίας, μια εξέλιξη που συνδέεται άμεσα με το γεγονός ότι πρόκειται για προϊόντα που παράγονται από παράγωγα του πετρελαίου. Το αποτύπωμα αυτής της πίεσης περνά ήδη και στους τιμοκαταλόγους. Σύμφωνα με την εικόνα της αγοράς, προμηθευτές επιχειρήσεων έχουν ξεκινήσει να αποστέλλουν νέους καταλόγους με αυξήσεις 20% έως 30%, αντανακλώντας το υψηλότερο μεταφορικό και ενεργειακό κόστος αλλά και τις αναταράξεις στην εφοδιαστική αλυσίδα.
Οι επιπτώσεις στα τρόφιμα και τον αγροτικό τομέα
Στον κλάδο των τροφίμων, η εικόνα παραμένει προς το παρόν συγκρατημένα σταθερή, όμως οι πιέσεις είναι ορατές. Ο διευθυντής Εξαγωγών της ΜΕΒΓΑΛ ΑΕ, Γιώργος Βανίδης, δήλωσε ότι από τη Μέση Ανατολή φτάνουν ήδη μηνύματα για αυξημένα κόστη, τόσο στα μεταφορικά όσο και ειδικά στα υλικά συσκευασίας, χωρίς ωστόσο να παρατηρείται μέχρι στιγμής κάμψη της ζήτησης. Η διαπίστωση αυτή είναι κρίσιμη, καθώς δείχνει ότι η αγορά συνεχίζει να «κρατά», αλλά με σαφώς υψηλότερο κόστος εισόδου για την επιχείρηση. Αυτό, σε μια δεύτερη φάση, θα κρίνει και το κατά πόσο οι εξαγωγικές εταιρείες μπορούν να διατηρήσουν την ανταγωνιστικότητά τους χωρίς να συμπιέσουν υπερβολικά τα περιθώριά τους.
Ο αγροτικός τομέας παρακολουθεί επίσης με αυξανόμενη ανησυχία τις επιπτώσεις που μπορούν να προκύψουν στην αγορά λιπασμάτων, καθώς η ένταση στη Μέση Ανατολή επηρεάζει κρίσιμες πρώτες ύλες για τη γεωργική παραγωγή. Από τα Στενά του Ορμούζ διέρχεται περίπου το 25% των παγκόσμιων εξαγωγών αζώτου που μεταφέρονται δια θαλάσσης, το 45% του θείου και περίπου το 10% των εξαγωγών φωσφόρου. Τα υλικά αυτά, μαζί με την ουρία, συνδέονται άμεσα με την παραγωγή λιπασμάτων και άρα με την αγροτική παραγωγικότητα.
Σύμφωνα με τον αντιπρόεδρο του Συνδέσμου Παραγωγών και Εμπόρων Λιπασμάτων (ΣΠΕΛ), Κωνσταντίνο Ωραιόπουλο, οι επόμενοι ένας με δύο μήνες θα είναι ιδιαίτερα δύσκολοι λόγω της μεγάλης πίεσης στο ενεργειακό και το μεταφορικό κόστος, ενώ η κρίση στη Μέση Ανατολή, κατά τον ίδιο, δεν φαίνεται να λήγει σύντομα. Η σημασία αυτής της εξέλιξης είναι προφανής για μια χώρα όπως η Ελλάδα, η οποία εξαρτάται από τις εισαγωγές σε κρίσιμους τομείς της αγροτικής παραγωγής. Σε αντίθεση με το πετρέλαιο, τα λιπάσματα δεν διαθέτουν σημαντικά στρατηγικά αποθέματα, γεγονός που καθιστά τις αγορές πιο ευάλωτες σε διακοπές εφοδιασμού. Ακόμη και μέτριες μειώσεις στη χρήση λιπασμάτων μπορούν να οδηγήσουν σε χαμηλότερες αποδόσεις σε βασικές καλλιέργειες όπως το σιτάρι, το καλαμπόκι και το ρύζι.
Η σκιά του πολέμου περνά και στην κατανάλωση
Πέρα από το αυξημένο κόστος για επιχειρήσεις, μεταφορές και παραγωγή, το γεωπολιτικό κλίμα επηρεάζει και την ψυχολογία της αγοράς, με άμεσες συνέπειες στην καταναλωτική συμπεριφορά. Τα στοιχεία της Nielsen δείχνουν ότι η ανησυχία έχει περάσει πλέον στα νοικοκυριά: το 57% των καταναλωτών δηλώνει ότι ανησυχεί εξαιτίας του πολέμου, ενώ το 27% αναφέρει ότι βιώνει έντονο στρες. Το ακόμη πιο σημαντικό είναι ότι η αβεβαιότητα αυτή μεταφράζεται σε καθημερινές επιλογές.
Με βάση την ίδια έρευνα, το 72% των καταναλωτών δηλώνει ότι έχει ήδη προσαρμόσει τη συμπεριφορά του, με το 35% να περιορίζει τις δαπάνες του και το 25% να μειώνει τις εξόδους του. Παράλληλα, ένα 10% αναφέρει ότι έχει προχωρήσει σε αποθεματοποίηση βασικών προϊόντων, φοβούμενο κυρίως νέο κύμα ανατιμήσεων ή ακόμη και ελλείψεις στην αγορά.
Η ανησυχία των πολιτών εστιάζει πρωτίστως στο ενδεχόμενο ακριβότερων προϊόντων, καθώς το 22% δηλώνει ότι φοβάται νέες ανατιμήσεις, ενώ το 19% εκφράζει φόβους για πιθανές ελλείψεις. Την ίδια στιγμή, το 16% εμφανίζεται προβληματισμένο από τη συνολική γεωπολιτική κλιμάκωση και το 14% από την αύξηση στις τιμές των καυσίμων. Η εικόνα αυτή συνδέεται άμεσα με τη συνολική οικονομική πίεση που ήδη βιώνουν τα νοικοκυριά, καθώς το 57% δηλώνει ότι το εισόδημά του επαρκεί μόνο για τις βασικές ανάγκες, ενώ μόλις το 13% διαπιστώνει βελτίωση στην οικονομική του κατάσταση.
Οι οδικές μεταφορές και ο τουρισμός
Στο μεταξύ, η άνοδος των καυσίμων έχει άμεσο αποτύπωμα και στις οδικές μεταφορές. Η Ομοσπονδία Φορτηγών Αυτοκινητιστών Ελλάδος (ΟΦΑΕ) προειδοποιεί ότι η συνεχιζόμενη εκτίναξη των τιμών καυσίμων φέρνει τον κλάδο στα όριά του και θέτει σε κίνδυνο την ομαλή λειτουργία της εφοδιαστικής αλυσίδας. Όπως υποστηρίζει, οι τιμές καυσίμων έχουν αυξηθεί κατά 30%-35% σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ενώ στην Ελλάδα η αύξηση του diesel ξεπερνά το 45%. Για έναν κλάδο που λειτουργεί με οριακά περιθώρια, το κόστος καυσίμου απορροφά πλέον περισσότερο από το ένα τρίτο των λειτουργικών εξόδων, θέτοντας σε αμφισβήτηση τη βιωσιμότητα χιλιάδων επιχειρήσεων μεταφορών. Ο κίνδυνος, εάν δεν υπάρξουν παρεμβάσεις, είναι διπλός: από τη μία διακοπές ή δυσλειτουργίες στη μεταφορά αγαθών και από την άλλη περαιτέρω άνοδος των τιμών στην αγορά.
Αντίστοιχα σύνθετη είναι η εικόνα και στον τουρισμό. Ο πρόεδρος της Ένωσης Ξενοδόχων Πιερίας, Ηρακλής Τσιτλακίδης, περιγράφει ένα τοπίο με διττές επιδράσεις. Από τη μία, η γεωγραφική εγγύτητα της Ελλάδας με την περιοχή της σύγκρουσης μπορεί να προκαλέσει επιφυλακτικότητα στους ταξιδιώτες, με αποτέλεσμα καθυστερήσεις στις κρατήσεις ή προσωρινό «πάγωμα» αποφάσεων. Από την άλλη, η Ελλάδα εξακολουθεί να θεωρείται ασφαλής ευρωπαϊκός προορισμός, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε μετατόπιση της ζήτησης από άλλες πιο ευάλωτες περιοχές της Ανατολικής Μεσογείου.
Για την Πιερία και συνολικά τη Βόρεια Ελλάδα, το κρίσιμο πλεονέκτημα είναι η οδική πρόσβαση. Η δυνατότητα εύκολης πρόσβασης από βαλκανικές αγορές και από επισκέπτες που δεν εξαρτώνται αποκλειστικά από το αεροπλάνο μπορεί να λειτουργήσει εξισορροπητικά σε μια περίοδο γενικευμένης ανασφάλειας. Χαλκιδική, Πιερία, Καβάλα και Θεσσαλονίκη έχουν αυτό το στρατηγικό πλεονέκτημα και θα μπορούσαν να κερδίσουν μέρος της ζήτησης, εφόσον βέβαια η κρίση δεν παραταθεί σε βαθμό που να επηρεάσει συνολικά την ταξιδιωτική διάθεση.
Αισιοδοξία για τις τουριστικές κρατήσεις
Την ίδια ώρα, ο υπεύθυνος για τις χώρες της Νότιας Μεσογείου στη Booking.com, Aλεσάντρο Κάλαρι, έχει εμφανιστεί αισιόδοξος ως προς την πορεία των κρατήσεων για την Ελλάδα, σημειώνοντας ότι, παρά τη γεωπολιτική επίδραση και το αρχικό πάγωμα που παρατηρείται συνήθως σε τέτοιες κρίσεις, οι ρυθμοί για τη θερινή περίοδο παραμένουν θετικοί. Ωστόσο, η αγορά γνωρίζει καλά ότι πολλά θα εξαρτηθούν από τη διάρκεια της σύγκρουσης και από το κατά πόσο θα ενισχυθεί ή θα αποδυναμωθεί το αίσθημα ασφάλειας.
Το συμπέρασμα είναι ότι η Βόρεια Ελλάδα έχει μπει σε μια φάση δοκιμασίας, έχοντας όμως αποκτήσει σημαντική εμπειρία στη διαχείριση αλλεπάλληλων κρίσεων. Οι επιχειρήσεις δεν πανικοβάλλονται, αλλά αναπροσαρμόζονται. Οι εξαγωγές αντέχουν ακόμη, ο τουρισμός κρατά επιφυλακτική αισιοδοξία, η βιομηχανία επανυπολογίζει, οι μεταφορές προειδοποιούν και η αγορά συνολικά προετοιμάζεται για παρατεταμένη αστάθεια. Εφόσον η ένταση αποκλιμακωθεί, η περιοχή μπορεί να διατηρήσει σε μεγάλο βαθμό τις ισορροπίες της. Εάν όμως ο πόλεμος εξελιχθεί σε μακρά κρίση, τότε η πίεση θα περάσει αναπόφευκτα από τα κόστη στις τιμές, από τις τιμές στη ζήτηση και από τη ζήτηση στην πραγματική οικονομία.









