Όπως είπε, η Ελλάδα έχει βαθύ ενδιαφέρον να διασφαλίσει ότι μπορεί να δημιουργήσει έναν νέο διάδρομο ηλεκτρικής ενέργειας που θα μπορεί να μεταφέρει ηλεκτρισμό «από την Ελλάδα προς την Κεντρική Ευρώπη και σε όλες τις ενδιάμεσες περιοχές, αλλά και προς την αντίθετη κατεύθυνση».
Στο σκηνικό αυτό, προσέθεσε, έργα και πρωτοβουλίες όπως το «Electricity & Regional Interconnecτivity in South East Europe», που χρηματοδοτείται από την Ελλάδα, συγχρηματοδοτείται από τη Ρουμανία και ολοκληρώνεται τον Σεπτέμβριο του 2027, «δεν είναι ένα είδος περιορισμένης άσκησης, που επιχειρεί απλώς να εξετάσει μεμονωμένες πολιτικές και την εφαρμογή του ευρωπαϊκού κανονιστικού πλαισίου σε ορισμένες χώρες». Στην πραγματικότητα, συμπλήρωσε, «αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου στρατηγικού οράματος που έχουμε. Βλέπουμε ότι η συνδεσιμότητα σε αυτά τα μέρη της Ευρώπης είναι εξαιρετικά σημαντική τόσο για την ενεργειακή ασφάλεια όσο και για την αποανθρακοποίηση των περιοχών».
Όταν η απόκλιση τιμών δεν οφείλεται μόνο στην έλλειψη υποδομών
Σημείωσε πως, μόλις λίγα χρόνια νωρίτερα, το 2019, η Ελλάδα είχε τις υψηλότερες τιμές χονδρικής σε ολόκληρη την Ευρώπη. Το δε καλοκαίρι του 2024, οι τιμές στη Νοτιοανατολική Ευρώπη αποσυνδέθηκαν πλήρως από εκείνες στην Κεντρική Ευρώπη, ούσες συγκριτικά σχεδόν διπλάσιες, ακόμη και σε χώρες όπως η Αυστρία και η Ουγγαρία, που έχουν παραδοσιακά τις ίδιες.
«Και ένα από τα πράγματα που ήταν ιδιαίτερα σημαντικά για εμάς, όταν προσπαθούσαμε να διαγνώσουμε τι συνέβαινε στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, ήταν να αναγνωρίσουμε ότι αυτή η απόκλιση των τιμών δεν οφειλόταν μόνο στη φυσική. Δεν ήταν ότι δεν είχαμε τα καλώδια, τις υποδομές και τους υποσταθμούς. Ήταν επίσης ζήτημα κανόνων για το πώς ρέει ο ηλεκτρισμός στην Ευρώπη. Και νομίζω ότι ένα από τα βασικά μηνύματα και μία από τις μεγάλες συνεισφορές που μπορεί να έχει αυτό το έργο είναι να διασφαλίσουμε ότι εξετάζουμε τα παράλληλα "σύμπαντα" της φυσικής, αλλά και της ρύθμισης και των αγορών. Γιατί συχνά έχουμε τη φυσική υποδομή που κατασκευάζουμε -τις γραμμές, τους αγωγούς, τους υποσταθμούς- αλλά δεν έχουμε απαραίτητα τους κανόνες και το ρυθμιστικό πλαίσιο, για να αξιοποιήσουμε στο έπακρο αυτές τις διασυνδέσεις και αυτή την υποδομή» τόνισε ο κ. Τσάφος.
Βαθύ ενδιαφέρον για έναν νέο διάδρομο ηλεκτρικής ενέργειας
Συμπλήρωσε πως η Ελλάδα είναι πλέον ουσιαστικά ενσωματωμένη στην ευρωπαϊκή αγορά, μέσω της Ιταλίας και της Βουλγαρίας, ενώ είναι επίσης διασυνδεμένη με τη Βόρεια Μακεδονία και μέσω αυτής με την Αλβανία. «Η ενέργεια ρέει πολύ πιο εύκολα στην πλευρά Βουλγαρίας- Ρουμανίας- Ουγγαρίας απ' ό,τι στη δυτική πλευρά των Βαλκανίων. Έτσι, ως χώρα, έχουμε βαθύ ενδιαφέρον να διασφαλίσουμε ότι μπορούμε να δημιουργήσουμε έναν νέο διάδρομο ηλεκτρικής ενέργειας που θα μπορεί να μεταφέρει ηλεκτρισμό από την Ελλάδα προς την Κεντρική Ευρώπη και σε όλες τις ενδιάμεσες περιοχές, αλλά και προς την αντίθετη κατεύθυνση», τόνισε.
Υπενθύμισε δε πως η Ελλάδα έχει υποστεί τεράστιο μετασχηματισμό στο ενεργειακό της σύστημα τις τελευταία δύο δεκαετίες. «Πριν από 20 χρόνια, το 60% της ηλεκτρικής μας ενέργειας προερχόταν από λιγνίτη. Πέρυσι ήταν κάτω από 5% (...)Πλέον παράγουμε περισσότερο από το μισό της ηλεκτρικής μας ενέργειας από ήλιο και άνεμο. Ένα άλλο αξιοσημείωτο στοιχείο είναι ότι η Ελλάδα έχει γίνει καθαρός εξαγωγέας ηλεκτρικής ενέργειας. Tο 2019 εισάγαμε περίπου το 18% των αναγκών μας σε ηλεκτρική ενέργεια. Πέρυσι εξάγαμε περίπου το 4%-5% της παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας μας» σημείωσε, υπενθυμίζοντας ότι η χώρα κερδίζει 400 εκατ. ευρώ από εξαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας και παράλληλα εξασφαλίζει χαμηλότερες τιμές για τους γείτονές της. Ο κ. Τσάφος υπενθύμισε, τέλος, ότι η Ελλάδα έχει τετραπλασιάσει τις επενδύσεις της στα δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας, τα οποία -όπως είπε- είχαν ουσιαστικά εγκαταλειφθεί κατά τα χρόνια της οικονομικής κρίσης.
M. Κόρμαν: Τέσσερα πεδία με περιθώρια ισχυρής βελτίωσης για τα δυτικά Βαλκάνια
Στις παθογένειες του ενεργειακού τομέα των δυτικών Βαλκανίων, οι οποίες αποτελούν ταυτόχρονα πεδία για την ισχυροποίηση της ανταγωνιστικότητας, αναφέρθηκε από την πλευρά του γενικός γραμματέας του Οργανισμού Οικονομικής Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), Ματίας Κόρμαν (Mathias Cormann) σε βιντεοσκοπημένο μήνυμά του. Το πρώτο πεδίο αφορά την επιτάχυνση της ρυθμιστικής εναρμόνισης της περιοχής με την ΕΕ στις αγορές ηλεκτρισμού και ενέργειας. «Επί του παρόντος, μόνο περίπου το 48% των προτύπων της ενεργειακής κοινότητας της ΕΕ σχετικά με την ενοποίηση των αγορών ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου έχει εφαρμοστεί στις έξι οικονομίες των Δυτικών Βαλκανίων» εξήγησε.
Το δεύτερο πεδίο αφορά το άνοιγμα των αγορών ηλεκτρικής ενέργειας στον ανταγωνισμό και τη βελτίωση της διακυβέρνησης των κρατικών επιχειρήσεων. «Προς το παρόν, η παραγωγικότητα του τομέα ηλεκτρικής ενέργειας στην περιοχή των Δυτικών Βαλκανίων βρίσκεται μόλις στο 80% του επιπέδου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Και, με πιθανή εξαίρεση την Αλβανία -όπου η αγορά είναι συγκριτικά λιγότερο συγκεντρωμένη- οι κρατικές επιχειρήσεις στην περιοχή διαδραματίζουν δυσανάλογα μεγάλο ρόλο στον ενεργειακό τομέα των Δυτικών Βαλκανίων. Σχεδόν πάντα, αυτές οι δημόσιες επιχειρήσεις στην περιοχή των Δυτικών Βαλκανίων είναι αποδεδειγμένα λιγότερο αποδοτικές σε σύγκριση με αντίστοιχες επιχειρήσεις στην Ευρώπη και αντιμετωπίζουν υψηλές δαπάνες μισθοδοσίας καθώς και σημαντικές ελλείψεις δεξιοτήτων» εξήγησε και πρόσθεσε ότι αν η περιοχή θέλει πραγματικά να βελτιώσει τις οικονομικές της επιδόσεις, τις προοπτικές ανάπτυξης, να αυξήσει τα εισοδήματα και να βελτιώσει το βιοτικό επίπεδο των πληθυσμών της, τότε αυτός αποτελεί έναν αναπόφευκτο και αναγκαίο τομέα μεταρρυθμίσεων.
Το 14% της ηλεκτρικής ενέργειας στα δυτικά Βαλκάνια «χάνεται» στα δίκτυα
Τρίτο πεδίο ανάληψης δράσης είναι ο εκσυγχρονισμός της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και των υποδομών του δικτύου της περιοχής, ώστε να καταστεί δυνατή μια πιο διαφοροποιημένη, διασυνδεδεμένη και καθαρή ενεργειακή αγορά.
«Κατά μέσο όρο, στις έξι οικονομίες των Δυτικών Βαλκανίων, περίπου το 14% της ηλεκτρικής ενέργειας που παρέχεται στο δίκτυο χάνεται. Αυτό είναι σχεδόν τριπλάσιο από το περίπου 5% που παρατηρείται στην ΕΕ. Ο βασικός παράγοντας που προκαλεί αυτή τη σημαντική διαφορά είναι η ηλικία των ενεργειακών υποδομών στην περιοχή, και αυτό ισχύει και για τις έξι οικονομίες των Δυτικών Βαλκανίων. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η περιοχή έχει την ευκαιρία να προσελκύσει περισσότερες και μακροπρόθεσμες επενδύσεις, ώστε να εκσυγχρονίσει το δίκτυο, να το καταστήσει πιο αποδοτικό, αξιόπιστο και βιώσιμο. Αυτό θα απαιτήσει την ανάπτυξη μεσοπρόθεσμων χαρτοφυλακίων έργων, τη διασφάλιση ανταγωνιστικών διαδικασιών προμηθειών και παραχωρήσεων, καθώς και την εξέταση συμπράξεων δημόσιου και ιδιωτικού τομέα όπου αυτό είναι κατάλληλο» εξήγησε. Και, τέταρτον, η υιοθέτηση ψηφιακών τεχνολογιών στο ενεργειακό σύστημα για την αξιοποίηση του ανεκμετάλλευτου δυναμικού ανανεώσιμων πηγών ενέργειας αποτελεί ένα ακόμη πεδίο.
«Τα Δυτικά Βαλκάνια χρησιμοποιούν σήμερα λιγότερο από το 4% του δυναμικού τους σε ηλιακή ενέργεια και λιγότερο από το 2% του δυναμικού τους σε αιολική ενέργεια. Δηλαδή μόλις 4% και 2%. Υπάρχει λοιπόν τεράστιο περιθώριο αξιοποίησης (...) Σε αυτό το σημείο, η Ελλάδα αποτελεί ένα πολύ καλό παράδειγμα για το πώς οι επενδύσεις σε “έξυπνα” δίκτυα και σε έξυπνη μέτρηση ενέργειας μπορούν να βοηθήσουν στην επίτευξη φιλόδοξων κλιματικών στόχων» κατέληξε.
Πηγή: ΑΠΕ - ΜΠΕ





