Ανάμεσα σε παρουσιάσεις, διαγράμματα και συζητήσεις, σχεδόν 100 μέλη της ερευνητικής κι επιστημονικής κοινότητας από 20 διαφορετικές χώρες συγκεντρώθηκαν για να ανταλλάξουν ιδέες και να διερευνήσουν τις εξελίξεις στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης για την ανάλυση των ακραίων κλιματικών φαινομένων.
Το χειμερινό σχολείο ELLIS (ELLIS Winter School 2026) -που διοργανώθηκε από τα προγράμματα MeDiTwin και AI4PEX, και ειδικότερα από το Εργαστήριο Τηλεπισκόπησης (Remote Sensing Lab) της Σχολής Αγρονόμων Τοπογράφων Μηχανικών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, του Ινστιτούτου Βιογεωχημείας Max Planck, του Πανεπιστημίου της Βαλένθια και του Ευρωπαϊκού Κέντρου Μεσοπρόθεσμων Μετεωρολογικών Προγνώσεων (ECMWF)- για πέντε ημέρες επιχείρησε να αναδείξει πρωτοποριακές τεχνικές τεχνητής νοημοσύνης για τη βελτίωση της μοντελοποίησης, της κατανόησης και της εκτίμησης των επιπτώσεων του συστήματος της Γης, των κινδύνων και των ακραίων κλιματικών φαινομένων.

Όπως εξηγεί στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων ο επίκουρος καθηγητής του ΕΜΠ και συνεργάτης ερευνητής στο Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών, Γιάννης Παπουτσής, στόχοι του σχολείου ήταν να έρθουν οι υποψήφιοι διδάκτορες και μεταδιδάκτορες αφενός σε επαφή με κάποιους έμπειρους επιστήμονες και ερευνητές που ήρθαν από το εξωτερικό, να μάθουν κάποιες τεχνικές δεξιότητες και αφετέρου να γνωριστούν μεταξύ τους.
«Είναι η επόμενη γενιά η οποία θα κάνει την επιστημονική ανάλυση για τα θέματα που μας απασχολούν, οπότε είναι ένα μεγάλο κομμάτι της ενδυνάμωσης της κοινότητάς μας η δημιουργία ενός περιβάλλοντος συνεργασίας σε όλη την Ευρώπη κατά κύριο λόγο και κατ’ επέκταση και στον κόσμο», σημειώνει ο κ. Παπουτσής και προσθέτει ότι το σχολείο λειτουργεί ως σημείο συνάντησης διαφορετικών πεδίων.
Στο επίκεντρο του χειμερινού σχολείου, όπως αναφέρει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο κ. Παπουτσής, τέθηκαν οι τρόποι που η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να επιταχύνει κάποιες επιστημονικές ανακαλύψεις και να βοηθήσει σε προβλήματα όπως η κλιματική αλλαγή, τα ακραία φαινόμενα καθώς και όσα αφορούν τις φυσικές καταστροφές. Ταυτόχρονα όπως επισημαίνει επιχειρήθηκε να εντοπιστούν οι διαφορές σε Μεσόγειο, Βόρεια Ευρώπη, Ασία, Αφρική.
Παράλληλα ένα ακόμη ζήτημα που ανέλυσαν οι συμμετέχοντες είναι κατά πόσο αυτά τα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης σέβονται κάποιους κανένας που αφορούν την ηθική. «Χρειαζόμαστε μοντέλα που να μπορούμε να τα εμπιστευτούμε», σημειώνει, επισημαίνοντας τη σημασία της εξηγήσιμης τεχνητής νοημοσύνης, της αβεβαιότητας και της τήρησης των νόμων της φυσικής. «Αν δεν μπορείς να εμπιστευτείς ένα μοντέλο, δεν μπορείς να το χρησιμοποιήσεις επιχειρησιακά», τονίζει ο κ. Παπουτσής.
Από την πλευρά του ο Βασίλης Μπαούσης από το Ευρωπαϊκό Κέντρο Μεσοπρόθεσμων Μετεωρολογικών Προγνώσεων ( ECMWF) επισημαίνει ότι ιδιαίτερη βαρύτητα χρειάζεται να δοθεί στην προετοιμασία των ανθρώπων και των υποδομών για φαινόμενα που πλέον είναι ακραία. Όπως σημειώνει αυτή η ανάγκη για προετοιμασία αποκτά ιδιαίτερη σημασία στη Μεσόγειο, όπου η εναλλαγή των φαινομένων, καλοκαίρι-φωτιές και χειμώνα-πλημμύρες, συνδέεται άμεσα με την κλιματική αλλαγή και επηρεάζει όχι μόνο την οικονομία αλλά και την ανθρώπινη ζωή.
Έχοντας μεγαλώσει στη Γερμανία και σπουδάσει στην Ολλανδία ο Maximilian Pilsiner, υποψήφιος διδάκτορας στο TU Delft εξηγεί στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, πώς η έρευνα συνδέεται άμεσα με την πρόληψη: «Όταν έρχεται μια καταιγίδα, πρέπει να γνωρίζουμε γρήγορα πού υπάρχει κίνδυνος για ζημιές σε υποδομές». Για τον ίδιο, το σημαντικότερο στοιχείο του σχολείου ήταν η ανταλλαγή γνώσης: «Ο καθένας δουλεύει σε ένα μικρό κομμάτι, οπότε είναι πολύ σημαντικό να συναντιόμαστε και να μοιραζόμαστε την εμπειρία μας», αναφέρει.
«Στην Ολλανδία δεν έχουμε πυρκαγιές, οπότε ήταν πολύ ενδιαφέρον να μάθω πώς αντιμετωπίζονται σε άλλες χώρες», σημειώνει, ενώ αναγνωρίζει και τις αλλαγές που ήδη παρατηρούνται: «Δεν έχουμε πια χιόνια όπως παλιά και έχουμε δει πλημμύρες σε περιοχές που δεν το περιμέναμε».
Από την πλευρά της, η μεταδιδακτορική ερευνήτρια από την Ινδία στην επιστήμη χωρικών δεδομένων, Suraajini Rajendran, αναφέρεται στη σύνδεση των προκλήσεων και των επιπτώσεων των ακραίων κλιματικών φαινομένων με την ανάπτυξη των χωρών. «Οι αναπτυσσόμενες χώρες δεν έχουν πάντα τους πόρους να σχεδιάσουν με βάση την κλιματική αλλαγή», σημειώνει. Περιγράφοντας την κατάσταση στη χώρα της, τονίζει ότι τα φαινόμενα είναι πολλαπλά και αλληλένδετα: «Πλημμύρες, ξηρασία, αλλαγές στους μουσώνες - όλα επηρεάζουν την αγροτική παραγωγή». Για εκείνη, το μεγαλύτερο όφελος τέτοιων πρωτοβουλιών είναι η δικτύωση: «Μπορεί κάποιος αλλού να έχει ήδη βρει μια λύση σε ένα πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε κι εμείς».
Στην ίδια κατεύθυνση, η υπεύθυνη συνεργασιών στο Pioneer Center for Artificial Intelligence στην Κοπεγχάγη της Δανίας, Natasha Malinka Isabella Jensen επισημαίνει την ανάγκη για συνεργασία γύρω από τις προκλήσεις που φέρει η κλιματική αλλαγή.
«Η κλιματική αλλαγή μΆς επηρεάζει όλους, αλλά όχι με τον ίδιο τρόπο». Όπως επισημαίνει, τα δεδομένα και τα μοντέλα πρέπει να αντανακλούν τις τοπικές συνθήκες, ενώ η συνεργασία παραμένει καθοριστική: «Η ανταλλαγή γνώσης και η συνεργασία είναι το κλειδί για την πρόοδο. Είναι ζωτικής σημασίας, παρόλο που υπάρχουν κάποιες διαφορές. Μαθαίνουμε ο ένας από τον άλλον και συνεργαζόμαστε επίσης σε διαφορετικά πρότζεκτ», σημειώνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ.





