Σε μια περίοδο που τα περιστατικά ενδοοικογενειακής και συντροφικής βίας παραμένουν σε ανησυχητικά επίπεδα, το έργο CARE POWER φέρνει στο προσκήνιο έναν κρίσιμο κρίκο της αντιμετώπισης. Την εκπαίδευση της πρώτης γραμμής του συστήματος υγείας, από την Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας μέχρι τα νοσοκομεία, προκειμένου οι επαγγελματίες υγείας να είναι σε θέση να διακρίνουν τις ενδείξεις της βίας, να στηρίξουν τις επιζώσες αποτελεσματικά και να τις παραπέμψουν σε υποστηρικτικές δομές και αρμόδιες υπηρεσίες, ανάλογα με τις ανάγκες της κάθε περίπτωσης ενδοοικογενειακής βίας.
Στο επίκεντρο βρίσκεται ένα ανοικτό, δωρεάν, ασύγχρονο διαδικτυακό μάθημα (MOOC) με τίτλο: «Ενδυνάμωση των επαγγελματιών υγείας για τον εντοπισμό και την υποστήριξη γυναικών επιζωσών ενδοοικογενειακής και συντροφικής βίας», που συνοδεύεται από μια σειρά διά ζώσης εκπαιδευτικών σεμιναρίων.
Τα στοιχεία που επικαλούνται οι συντελεστές και οι συντελέστριες του Έργου δείχνουν και το μέγεθος της τεράστιας πρόκλησης, καθώς σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ/ΕΚΚΕ (2024), σχεδόν το 42% των γυναικών στην Ελλάδα έχει βιώσει στην ενήλικη ζωή τουλάχιστον ένα περιστατικό ψυχολογικής, σωματικής ή σεξουαλικής βίας από νυν ή πρώην σύντροφο.
Ήδη πάνω από 360 επαγγελματίες υγείας, από όλη τη χώρα, συμμετείχαν σε σύγχρονα διαδικτυακά σεμινάρια που ολοκληρώθηκαν τον Δεκέμβριο του 2025, ενώ ακολουθούν διά ζώσης εκπαιδεύσεις για ακόμη 70 συμμετέχοντες και συμμετέχουσες στα Ιωάννινα (17 Ιανουαρίου), τη Θεσσαλονίκη (31 Ιανουαρίου) και τη Λάρισα (14 Φεβρουαρίου).
Το Έργο υλοποιείται από την Εταιρεία Έρευνας και Εκπαίδευσης Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας και Κλινικών Δεξιοτήτων, με έδρα το Εργαστήριο Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας, Γενικής Ιατρικής και Έρευνας Υπηρεσιών Υγείας του Τμήματος Ιατρικής του ΑΠΘ (*περισσότερες λεπτομέρειες για το έργο – μετά τη συνέντευξη) .
Σε συνέντευξή του στα Μακεδονικά Νέα, ο Εμμανουήλ Σμυρνάκης, Καθηγητής Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας & Ιατρικής Εκπαίδευσης του Τμήματος Ιατρικής του ΑΠΘ και Πρόεδρος της Εταιρείας Έρευνας και Εκπαίδευσης Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας και Κλινικών Δεξιοτήτων, περιγράφει το κενό που εντοπίστηκε στην καθημερινή πράξη των υπηρεσιών υγείας και το οποίο, όπως λέει, αφήνει συχνά τις επιζώσες «αόρατες» στην Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας και στα Νοσοκομεία, με αποτέλεσμα να έρχονται και να φεύγουν απαρατήρητες και χωρίς να δεχτούν την απαραίτητη στήριξη.
Εξηγεί ότι τόσο οι φοιτητές/-τριες όσο και οι επαγγελματίες υγείας συχνά αντιμετωπίζουν αμηχανία και φόβο, ακριβώς επειδή δεν υπάρχουν σαφείς έννοιες, επαρκής εκπαίδευση και προτυποποιημένα πρωτόκολλα, ενώ προστίθενται η πίεση χρόνου και η άγνοια των διαθέσιμων υπηρεσιών διασύνδεσης.
Στο επίκεντρο της εκπαίδευσης, όπως αναφέρει, βρίσκεται η δυνατότητα ασφαλούς επικοινωνίας και έγκαιρου εντοπισμού, με βασική προϋπόθεση την ιδιωτικότητα και τον σεβασμό στην τήρηση απορρήτου, ειδικά σε περιβάλλοντα όπως τα ΤΕΠ, στα οποία η μεγάλη αναμονή λειτουργεί αποτρεπτικά για μια αποκάλυψη κακοποίησης.
Παράλληλα, διευκρινίζει ότι η συντροφική βία δεν περιορίζεται στα εμφανή σημάδια σωματικής και σεξουαλικής κακοποίησης, αλλά περιλαμβάνει οικονομική, ψυχολογική και λεκτική βία, απειλές και εξαναγκασμό, έννοιες που χρειάζονται κατανόηση, ώστε να αναγνωρίζονται και να αντιμετωπίζονται εγκαίρως.
Αναφέρεται ακόμη στη σημασία των δικτυώσεων μεταξύ των υπηρεσιών σε τοπικό επίπεδο και της διατομεακής συνεργασίας των εμπλεκόμενων φορέων, καθώς και στον στόχο να μείνει «κάτι» μετά το πέρας της υλοποίησης του Έργου, δηλαδή να υπάρξει συνέχεια και θεσμική ενσωμάτωση στο εθνικό σύστημα υγείας.
Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της συνέντευξης του κ. Εμμανουήλ Σμυρνάκη στον Αλέξανδρο Αλεξιάδη:
O Καθηγητής Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας & Ιατρικής Εκπαίδευσης του Τμήματος Ιατρικής του ΑΠΘ Εμμανουήλ Σμυρνάκης
- Τι είναι το Care Power και ποιο πρόβλημα έρχεται να λύσει στην καθημερινή πράξη των υπηρεσιών υγείας;
Το Care Power είναι ένα πρόγραμμα που έχει ως στόχο την εκπαίδευση των επαγγελματιών υγείας —των νέων, αλλά όχι μόνο— σε θέματα που αφορούν την ενδοοικογενειακή και συντροφική βία κατά των γυναικών. Το Έργο χρηματοδοτείται από το Ίδρυμα Μποδοσάκη και είναι προφανές ότι έρχεται να καλύψει μια μεγάλη ανάγκη. Γιατί, ξέρετε, οι γυναίκες που έχουν υποστεί βία —και αυτός είναι ο λόγος για τη δημιουργία του— πολλές φορές είναι αόρατες για εμάς στην Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας και στα Νοσοκομεία. Δηλαδή, έρχονται και φεύγουν απαρατήρητες. Και ξέρουμε τι μπορεί να σημαίνει αυτό.
- Στην πράξη, αν μια γυναίκα που κακοποιείται περάσει από ένα Κέντρο Υγείας ή, για παράδειγμα, από ένα ΤΕΠ, τι θα γίνει διαφορετικά χάρη στην εκπαίδευση ενός/μίας επαγγελματία υγείας;
Θα σας πω για το κενό που υπάρχει εδώ. Πριν ξεκινήσουμε αυτό το εκπαιδευτικό πρόγραμμα —γιατί στην πραγματικότητα για ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα μιλάμε, που απευθύνεται σε φοιτητές/-τριες αλλά και σε επαγγελματίες υγείας, στα ΤΕΠ, στα νοσοκομεία και στα Κέντρα Υγείας— διαπιστώσαμε, μέσα από τη συζήτηση που κάναμε με τους/τις επαγγελματίες υγείας, ότι υπήρχε ένα κενό στην εκπαίδευση.
Δηλαδή, οι μεν φοιτητές/-τριες δεν γνωρίζουν καλά τις έννοιες: ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στην έμφυλη βία, στη βία κατά των γυναικών και στην ενδοοικογενειακή βία ή ακόμα και στη συζυγική/συντροφική. Έχουν αμηχανία και φόβο όταν βρεθούν μπροστά σε μια τέτοια κατάσταση κακοποίησης και σκέφτονται «τι κάνω εγώ τώρα;».
Οι δε επαγγελματίες υγείας, που προφανώς στην καθημερινότητά τους είναι πιο εξοικειωμένοι/-ες με τέτοια περιστατικά, πάλι —λόγω πίεσης χρόνου, έλλειψης εκπαίδευσης, έλλειψης προτυποποιημένων πρωτοκόλλων, αλλά και έλλειψης γνώσης των παρεχόμενων υπηρεσιών εμπλεκόμενων και αρμόδιων φορέων— μας ανέφεραν την ανάγκη για κάτι πιο οργανωμένο.
Άρα, αυτό το πρόγραμμα έρχεται να καλύψει, σε έναν βαθμό, αυτό το έλλειμμα: να δώσει τη δυνατότητα σε επαγγελματίες υγείας να μάθουν περισσότερα, καταρχάς να αποσαφηνίσουν τις έννοιες και, σίγουρα, να αποκτήσουν κάποια εργαλεία, τα οποία αυτή τη στιγμή, δυστυχώς, στη χώρα μας δεν είναι τόσο ξεκάθαρα. Εργαλεία, δηλαδή, για να συζητήσουμε πάνω σε πρωτόκολλα που πρέπει να υπάρχουν στις υπηρεσίες μας (π.χ. έγκαιρης αναγνώρισης, εκτίμησης κινδύνου, δημιουργίας ασφαλούς πλάνου διαφυγής) και, βέβαια, να δούμε ότι σε αυτή την προσπάθεια δεν είμαστε μόνοι και μόνες μας, αλλά πρέπει να διασυνδεθούμε με αρμόδιες υπηρεσίες (π.χ. Τηλεφωνική Γραμμή SOS 15900) και να μπορούμε να παραπέμψουμε κατάλληλα.
Είναι αρκετά αισιόδοξο αυτό που αναφέρουμε σήμερα —αισιόδοξο με τη λογική των αποτελεσμάτων που, ενδεχομένως, μπορεί να έχουμε— αλλά πραγματικά είναι μια ανάγκη.
Και κάτι άλλο σημαντικό: ξέροντας ότι υπάρχει τεράστια πίεση χρόνου, ότι οι επαγγελματίες υγείας δεν έχουν χρόνο να εκπαιδευτούν και πολλές φορές γυρίζουν κουρασμένοι/-ες στο σπίτι τους, τι κάναμε; Δώσαμε, πρώτον, τη δυνατότητα διαδικτυακής εκπαίδευσης. Δηλαδή, δώσαμε τη δυνατότητα σε συναδέλφους/-ισσες μας σε όλη την Ελλάδα να παρακολουθήσουν ένα σεμινάριο που προηγήθηκε τον Δεκέμβριο, με πολύ μεγάλη ανταπόκριση, καθώς συμμετείχαν πάνω από 360 άτομα από όλη την Ελλάδα, και εκπαιδεύτηκαν πάνω σε αυτές τις έννοιες και τα εργαλεία από μια διεπιστημονική ομάδα. Άρα, στην πραγματικότητα, η απόσταση εδώ δεν ήταν πρόβλημα. Το να μπορώ να παρακολουθήσω από την Κρήτη, από ένα άλλο μικρό νησί, από την ηπειρωτική Ελλάδα, είναι πάρα πολύ σημαντικό. Και βέβαια, η πανδημία μας βοήθησε σε αυτά τα μέσα, τα οποία έχουν εξελιχθεί και δίνουν σημαντικές δυνατότητες διαδικτυακής εκπαίδευσης.
Από την άλλη, αυτό που σήμερα παρουσιάζουμε εδώ είναι το MOOC. Μπορεί να μην είναι έννοια γνωστή σε όλους και όλες μας. Είναι, ας πούμε, μια ιστοσελίδα, ένα εκπαιδευτικό «βιβλίο» που μπορεί κανείς/-μία να το ξεφυλλίσει ψηφιακά, να δει ασκήσεις, βίντεο, παραδείγματα και να εκπαιδευτεί στον δικό του/της χρόνο. Δηλαδή, να ξεκινήσει να διαβάζει κάτι σήμερα, να κάνει τις ασκήσεις, αύριο κάτι παραπάνω, και να εμπεδώσει ορισμένες έννοιες, γιατί όλοι/-ες δεν έχουμε τον χρόνο να κάνουμε κάποια πράγματα ταυτόχρονα. Και γι’ αυτό σήμερα, με αυτή την ευκαιρία, το παρουσιάζουμε και στο ελληνικό κοινό, λέγοντας: «Να μια ευκαιρία από μια ομάδα επαγγελματιών υγείας που ασχολείται με το θέμα. Σας το δίνουμε δωρεάν, ελεύθερα —μια εγγραφή χρειάζεται— για να μπορέσετε κι εσείς να εκπαιδευτείτε καλύτερα πάνω σε αυτό το θέμα».
- Σε ένα πιο πρακτικό σκέλος, που αφορά στον έγκαιρο εντοπισμό της γυναίκας, ποιες είναι οι βασικές αρχές για να γίνει η σωστή ερώτηση χωρίς να εκτεθεί σε μεγαλύτερο κίνδυνο;
Αυτό το θέμα είναι πάρα πολύ σημαντικό και ευαίσθητο ταυτόχρονα. Καταρχάς χρειάζεται ιδιωτικότητα και σεβασμό στην τήρηση του απορρήτου. Όπως καταλαβαίνετε, όταν πάει κάποια γυναίκας σε ένα ΤΕΠ και κατακλύζεται από πολύ κόσμο, δεν πρόκειται να ανοιχτεί και να αποκαλύψει ένα τόσο σημαντικό θέμα, όπως είναι η κακοποίηση.
Άρα, πρώτα απ’ όλα, χρειάζεται ιδιωτικότητα. Και αυτό συζητάμε στις εκπαιδεύσεις μας: πώς μπορείς να διασφαλίσεις την ασφάλεια και την εμπιστευτικότητα, να αισθάνεται ασφαλές αυτό το άτομο —κάτι που έχει χάσει— για να μπορέσεις μετά, με μια ανοιχτή ερώτηση, δίνοντας τον χρόνο, να αποκαλύψει κάτι που ενδεχομένως να μην είναι έτοιμο να αποκαλύψει εκείνη τη στιγμή. Να της δώσεις τον χρόνο, όμως, σαν να λες: «Εδώ είμαστε. Αν χρειάζεστε κάτι, μπορούμε να το κουβεντιάσουμε».
Ξέρετε, πολλές φορές υποπτευόμαστε πράγματα, αλλά υπάρχουν και πάρα πολλές φορές που δεν υποπτευόμαστε τίποτα, γιατί είναι καλά κρυμμένα. Χρειάζεται ένας συστηματικός τρόπος προσέγγισης. Υπάρχουν στοιχεία που λένε —και μπορεί κανείς να τα δει στη βιβλιογραφία— ότι οι επαγγελματίες υγείας εντόπισαν μόνο μία στις 35 κακοποιημένες γυναίκες. Αν κρατήσουμε αυτό το νούμερο, καταλαβαίνετε τι δουλειά ακόμη πρέπει να γίνει.
- Πέρα από τη σωματική βία, που μπορεί να έχει εμφανή σημάδια, το σημαντικό είναι να αναγνωρίζεται και η ψυχολογική βία, η λεκτική συμπεριφορά, ο εξαναγκασμός, σωστά;
Πολύ σωστά. Και αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό, γιατί μέχρι τώρα αυτές τις έννοιες ίσως και να μην τις γνωρίζαμε καθόλου. Δηλαδή, μιλάμε για οικονομική βία, για απειλές, για ψυχολογική βία, για λεκτική βία. Πολλές φορές, εσφαλμένα, σκεφτόμαστε ότι η βία είναι «να δω το χτύπημα, τον μώλωπα», αλλά αντιλαμβάνεστε ότι δεν μιλάμε μόνο γι’ αυτά. Και αυτό είναι ένα θέμα που είναι από τα πρώτα πράγματα που συζητάμε, για να καταλάβουμε ό,τι υπάρχει, καταρχάς, και να καταλάβουμε και τις επιπτώσεις της.
- Στις περιπτώσεις που ο δράστης είναι παρών ή ελέγχει την επικοινωνία της γυναίκας, πώς μπορεί να το διαχειριστεί ο/η επαγγελματίας υγείας; Είναι μέρος και αυτό των σεμιναρίων, της εκπαίδευσης;
Καταρχάς, σαφώς είναι μέρος του σεμιναρίου. Θέλω, όμως, να πω ότι γενικά υπάρχουν κάποιες πρακτικές που χρησιμοποιούμε στην επικοινωνία γιατρού-ασθενούς, που δεν πρέπει να φανεί ότι διαφοροποιούνται. Δηλαδή, στην πραγματικότητα, αν έχεις τον δράστη δίπλα και καταλάβει ότι πας να τον βγάλεις έξω από τον χώρο επειδή υποψιάστηκες κάτι, τότε αυτό από μόνο του πιθανώς να οδηγήσει σε συνέπειες για την ίδια τη γυναίκα, όταν θα γυρίσει σπίτι.
Άρα, γενικά, οι αρχές που πρέπει να έχουμε —στην Πρωτοβάθμια και συνολικά— είναι η ιδιωτικότητα. Εξ αρχής, όταν εξετάζεις ένα άτομο, πρέπει να πεις ότι «εδώ εξετάζουμε μόνοι μας. Ευχαριστούμε πάρα πολύ που είστε μαζί μας, αλλά θέλω σε έναν ξεχωριστό χώρο να την εξετάσω». Αυτό μπορεί να ηρεμήσει σε έναν βαθμό τον οποιονδήποτε, έτσι ώστε να έχουμε τον χώρο και τον χρόνο να μιλήσουμε μόνοι/-ες μας.
Και αν αυτό δεν μπορεί να επιτευχθεί σε αυτή την πρώτη ευκαιρία που έχουμε, καλό είναι να ανοίξουμε τον χρόνο και τον χώρο και να δώσουμε στη γυναίκα τη δυνατότητα, κάποια άλλη στιγμή, χωρίς την παρουσία τρίτου προσώπου, να μπορέσει να έρθει και να μας μιλήσει.
Έχουν αναπτυχθεί πάρα πολύ ωραία δίκτυα και υποστηρικτικές υπηρεσίες στη χώρα μας. Υπάρχει το γνωστό τηλέφωνο στο οποίο μπορεί κάποια γυναίκα να καλέσει (Τηλεφωνική Γραμμή SOS 15900) , αλλά ουσιαστικά —και αυτό είναι μέρος της εκπαίδευσής μας— είναι να δούμε τη δικτύωση τοπικά και περιφερειακά. Υπάρχουν, για παράδειγμα, υποστηρικτικές δομές στη Θεσσαλονίκη και σε κάθε πόλη. Πρέπει οι επαγγελματίες υγείας να γνωρίζουν ποιες είναι αυτές οι δομές και οι υπηρεσίες, ώστε να παραπέμπουμε (τις γυναίκες) και να αλληλοστηριζόμαστε.
Μετά το MOOC, δηλαδή αυτή την ασύγχρονη εκπαίδευση, προχωράμε σε διά ζώσης εκπαιδεύσεις για να μιλήσουμε τοπικά. Θα πάμε τώρα στα Γιάννενα το Σαββατοκύριακο, όπου οι επαγγελματίες υγείας εκεί, μαζί με τη διεπιστημονική ομάδα, θα δουλέψουμε σε βιωματικά σεμινάρια και θα δούμε τη δικτύωση στα Γιάννενα. Μετά θα πάμε στη Λάρισα, μετά στη Θεσσαλονίκη.
Βέβαια, όλα αυτά είναι ένα πρόγραμμα. Ιδανικά, θα πρέπει να υιοθετηθούν από το Υπουργείο και να γίνουν με συστηματικό τρόπο για όλους και όλες. Όμως, μέσα από τέτοια προγράμματα, ουσιαστικά φτιάχνεται ένα υλικό και νομίζω ότι διευκολύνεται την επόμενη μέρα το Υπουργείο να έρθει πιο συστηματικά και να προσεγγίσει όλες αυτές τις περιπτώσεις.
- Δηλαδή είναι μέρος ενός σχεδίου, ώστε να ενσωματωθεί θεσμικά στο σύστημα υγείας και να έχει διάρκεια;
Αν δεν υπάρχει αυτός ο στόχος, τότε καλύτερα να μην κάνουμε τίποτα. Νομίζω ότι το κρίσιμο πάντα είναι να μένει κάτι. Δεν είναι θέμα προγραμμάτων ότι έγινε μια εκπαίδευση, φτιάξαμε ένα υλικό και μετά το κλείνουμε και τελειώνει η ιστορία. Πραγματικά, ο στόχος είναι η συνέχεια και το επόμενο βήμα.
- Πώς θα μετρήσετε την αποτελεσματικότητα του Care Power, σε τι βάθος χρόνου και ποιοι δείκτες θα σας δείξουν ότι πράγματι αυξήθηκαν ο ασφαλής εντοπισμός, η υποστήριξη και οι επιτυχείς παραπομπές;
Στην πραγματικότητα, αν δεν μετρήσεις, δεν ξέρεις τι έγινε. Είναι πολύ σημαντικό.
Εμείς μετράμε αυτή τη στιγμή —και έχουμε μετρήσει ήδη— ότι οι επαγγελματίες υγείας που συμμετείχαν στις διαδικτυακές εκπαιδεύσεις, αμέσως μετά, κέρδισαν σε όλους τους στόχους του εκπαιδευτικού προγράμματος. Δηλαδή, αναγνώρισαν τι σημαίνει έμφυλη ενδοοικογενειακή βία, βία κατά των γυναικών, εξοικειώθηκαν με τρόπους επικοινωνίας, ενημερώθηκαν για ορισμένα εργαλεία και ερωτήσεις που μπορούν να χρησιμοποιήσουν. Όλα αυτά που συζητάμε στην εκπαίδευση.
Άρα, περιμένει κανείς τον επόμενο χρόνο αυτά να έχουν σιγά-σιγά κάποια αποτελέσματα. Όμως θα σας πω ότι δεν μπορώ να σας απαντήσω αυτή τη στιγμή αν πραγματικά αυτό θα αποτυπωθεί με μετρήσεις μέσα στις δομές. Μακάρι. Βέβαια, ξεπερνάει λίγο τους στόχους αυτού του προγράμματος και θέλει πραγματικά υποστήριξη και οργάνωση από την Πολιτεία.
Υπάρχουν τρόποι καταγραφής, αλλά αυτή τη μεταβολή, για να την πετύχει κανείς, χρειάζεται χρόνο και συνέχεια. Αυτό που είπαμε πριν. Δεν είναι θέμα να εκπαιδευτούν 100 άνθρωποι, πρέπει να εκπαιδευτούμε όλοι και όλες, για να μπορείς να δεις ένα αποτέλεσμα.
- Αν απευθυνθείτε σε μία γυναίκα που βιώνει βία, τι θα θέλατε να γνωρίζει για το τι μπορεί να περιμένει πλέον από έναν/μία επαγγελματία υγείας που έχει εκπαιδευτεί πάνω σε αυτό το αντικείμενο;
Καταρχάς θα μιλήσω ως γιατρός της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας και της Γενικής/Οικογενειακής Ιατρικής. Έχουμε πολλαπλές ευκαιρίες και επαφές με ένα άτομο. Συνήθως δεν είναι μία τυχαία ευκαιρία, όπως στα ΤΕΠ, που έρχεται ένας άνθρωπος επειδή συνέβη κάτι.
Άρα, αυτή η συνέχεια στη φροντίδα δίνει τη δυνατότητα πραγματικά, όταν ο χρόνος είναι ο κατάλληλος, να ανοίξει αυτή η συζήτηση και να υποστηριχθεί το άτομο. Θεωρώ ότι το πιο κρίσιμο σημείο είναι ο/η επαγγελματίας υγείας να είναι έτοιμος/-η να διαχειριστεί αυτή την αποκάλυψη, γιατί πραγματικά υπάρχει ο φόβος και το άγχος «τι θα κάνω εγώ τώρα, πώς μπορώ να βοηθήσω αυτόν τον άνθρωπο;».
Άρα, αυτό που ουσιαστικά οι αναγνώστριες μας διαβάζουν μέσα από αυτή την κουβέντα, είναι ότι εμείς θέλουμε οι άνθρωποι που εκπαιδεύονται, καταρχάς, να μπορούν να διασφαλίσουν το περιβάλλον για ασφαλή συζήτηση —το ξαναλέω αυτό— ώστε να μην βρίσκεται σε κίνδυνο σε καμία περίπτωση αυτή η γυναίκα και να προχωρήσει όχι απλώς στην αποκάλυψη, αλλά και να πάρει τη δική της απόφαση για το πότε και αν θέλει να προχωρήσει σε κάτι.
Το δεύτερο είναι ότι υπάρχει ένα δίκτυο υποστήριξης «από πίσω», το οποίο γνωρίζουμε και μπορεί πραγματικά να κινηθεί, ώστε να παραπεμφθεί κατάλληλα.
*Το CARE POWER υλοποιείται στο πλαίσιο του προγράμματος PREVENT-Preventing gender-based violence and violence against children, το οποίο συγχρηματοδοτείται από την Ευρωπαϊκή Ένωση (CERV), το Ίδρυμα Μποδοσάκη και το Κέντρο Στήριξης ΜΚΟ, με συνολικό προϋπολογισμό 2,3 εκατ. ευρώ.
Περισσότερες πληροφορίες για το Έργο είναι διαθέσιμες στην ιστοσελίδα: https://arecs.org.gr/index.php/education/actions/care-power








