Το «σημείο μηδέν» της κρίσης είναι τα Στενά του Ορμούζ, με τον κ. Τσίκα να αναλύει εκτενώς τόσο γιατί ο Τραμπ δεν μπορεί να υπαναχωρήσει όσο τελούν υπό την ομηρεία των Φρουρών της Επανάστασης, όσο και γιατί, ανεξαρτήτως της έκβασης του πολέμου, η επόμενη ημέρα στο ζωτικής σημασίας θαλάσσιο πέρασμα θα είναι διαφορετική - είτε μέσω μίας διεθνούς Συνθήκης για τους όρους της ναυσιπλοΐας, είτε μέσω της συγκρότησης μόνιμης διεθνούς ναυτικής δύναμης επιτήρησης της ελεύθερης και ασφαλούς διέλευσης.
Ο Θόδωρος Τσίκας, ο οποίος και διατελεί επικεφαλής του Προγράμματος Θεωρίας και Πρακτικής των Διεθνών Σχέσεων στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΙΔΟΣ), στέκεται παράλληλα σε μία απομακρυσμένη και πολιτικά δύσκολη επιλογή στην οποία θα μπορούσε να καταφύγει ο Ντόναλντ Τραμπ, αυτή της στροφής στην Κίνα για να ασκήσει πιέσεις να ανοίξουν τα Στενά του Ορμούζ, εξηγώντας τι θα σήμαινε πρακτικά μία κινεζική μεσολάβηση σε όρους ανταλλαγμάτων, εδραίωσης του Πεκίνου ως παράγοντα στη Μέση Ανατολή αλλά και επί της ουσίας νομιμοποίησης του ιρανικού καθεστώτος.
Ως προς αυτό καθαυτό το τελεσίγραφο που έχει απευθύνει ο Ντόναλντ Τραμπ στο Ιράν, αναφέρει πως οι ΗΠΑ ούτε πραγματικά επιδιώκουν, ούτε είναι προς το συμφέρον τους να πλήξουν ενεργειακές υποδομές του Ιράν. Η παράταση φέρεται να αποτυπώνει μια σύνθετη ισορροπία μεταξύ του να δοθεί χώρος και χρόνος τόσο στη διπλωματία, όσο και για την προετοιμασία των ίδιων των ΗΠΑ για κινήσεις ελέγχου των Στενών των Ορμούζ μέσω των δυνάμεων πεζοναυτών που καταφθάνουν στη Μέση Ανατολή - καθώς η εκτιμώμενη άφιξή τους φέρεται να συμπίπτει χρονικά με την εκπνοή της παράτασης.
Επισημαίνοντας πως ζητούμενο για τον Τραμπ είναι ο απεγκλωβισμός για πολιτικούς και οικονομικούς λόγους -αν και όχι απαραίτητα τώρα-, δηλαδή η διαχείριση των επιπτώσεων στην παγκόσμια οικονομία και των εσωτερικών πολιτικών πιέσεων στις ΗΠΑ με φόντο τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου, ο Θόδωρος Τσίκας εξηγεί τι χρειάζεται κατ’ ελάχιστο ο Τραμπ για να κλείσει τον πόλεμο, παραπέμποντας στο βάρος της σύγκρισης με το 2015. Παράλληλα θέτει το διακύβευμα για τις αραβικές μοναρχίες, εξηγώντας γιατί, ενώ αρχικά υπήρξε επιφύλαξη για τον πόλεμο, υπό το φόβο μόνιμης αστάθειας από ένα καθεστώς που μπορεί να λειτουργεί ως «πληγωμένο θηρίο», ο Κόλπος δεν θέλει τώρα μισές λύσεις.
Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της συνέντευξης
Κύριε Τσίκα, πώς ερμηνεύετε την παράταση του τελεσιγράφου Τραμπ προς το Ιράν ως αποτέλεσμα «συνομιλιών» και «συγκλίσεων» και τις διαψεύσεις εκ μέρους της Τεχεράνης ότι υφίσταται οποιαδήποτε επαφή; Προς τα πού κινείται το εκκρεμές μεταξύ κλιμάκωσης και αποκλιμάκωσης;
Καταρχάς να πούμε ότι κάποιος δίαυλος επικοινωνίας -κάτι φυσικά εντελώς διαφορετικό από την έννοια της διαπραγμάτευσης- υπήρχε σε κάθε περίπτωση και είναι πολύ πιθανό να μην έκλεισε καθόλου, καθ’ όλη τη διάρκεια των στρατιωτικών επιχειρήσεων. Στη μία άκρη από την πλευρά των Ηνωμένων Πολιτειών φαίνεται να βρίσκεται ο ειδικός απεσταλμένος Στιβ Γουίτκοφ και στην άλλη άκρη ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν Αμπάς Αραγτσί.
Από αυτό τον δίαυλο δεν φαινόταν να προέκυπταν στοιχεία που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ουσιαστική σύγκλιση, δηλαδή οι θέσεις των δύο πλευρών δεν φαίνονταν έστω στοιχειωδώς συμβατές ώστε να ξεκινήσει μια κανονική διαπραγμάτευση.
Τι άλλαξε τώρα;
Αυτό δεν το γνωρίζουμε. Έχουμε πληροφορίες για ορισμένους όρους που θέτουν οι Αμερικανοί, γεγονός που υποδηλώνει ότι πράγματι γίνεται κάποια προσπάθεια. Δεν μιλάμε σαφώς για απευθείας διαπραγματεύσεις. Δεν ήταν άλλωστε ούτε πριν. Τώρα, εν μέσω του πολέμου, δεν μπορούν να γίνουν ούτε καν οι έμμεσες επαφές τύπου Μασκάτ ή Γενεύης. Η επικοινωνία εκτιμώ γίνεται αποκλειστικά μέσω διαμεσολαβητών, όπως το Πακιστάν κυρίως, μαζί με την Αίγυπτο και την Τουρκία.
Κάθε μία από αυτές τις χώρες έχει λόγους να μεσολαβεί. Για παράδειγμα, η Τουρκία είναι μέλος του ΝΑΤΟ, συνορεύει με το Ιράν και έχει διατηρήσει σχέσεις με το καθεστώς, χωρίς αυτό να σημαίνει ταύτιση. Σε αρκετά ζητήματα της περιοχής οι θέσεις της διέφεραν σαφώς από εκείνες του Ιράν. Πλην όμως, δεν επιθυμεί συνέχιση του πολέμου για τους λόγους που όλοι δεν θέλουμε, αλλά και για λόγους ασφάλειας -προσφυγικές ροές, Κουρδικό κ.λπ. Συν βεβαίως το γεγονός ότι δε θέλει την πτώση του καθεστώτος κυρίως καθώς θεωρεί ότι μία τέτοια εξέλιξη θα ενίσχυε υπερβολικά την επιρροή του Ισραήλ, γεγονός κρίσιμο για τον περιφερειακό ανταγωνισμό. Ένα αποδυναμωμένο Ιράν δεν θα ήταν πρόβλημα για την Τουρκία - όχι όμως και πτώση του καθεστώτος.
Κλείνοντας τη σύντομη παρένθεση περί Τουρκίας, φαίνεται ότι υπάρχουν προσπάθειες μεσολάβησης και ανταλλαγής προτάσεων. Γνωρίζουμε κάποιους όρους των Αμερικανών και κάποιους του Ιράν. Στην πράξη, όμως, εξ όσων γνωρίζουμε τουλάχιστον μέχρι στιγμής, πρόκειται ουσιαστικά για επανάληψη της εικόνας της Γενεύης, όπου οι έμμεσες διαπραγματεύσεις απέτυχαν και οδηγηθήκαμε εκεί που οδηγηθήκαμε.
Οι αμερικανικές προτάσεις για τις οποίες διαβάζουμε είναι εκείνες που είχε ουσιαστικά απορρίψει το Ιράν, με ίσως μία μικρή διαφοροποίηση: για το βαλλιστικό πρόγραμμα, όπου φέρεται να ζητείται πενταετής αντί δεκαετής περιορισμός. Από την άλλη πλευρά, το Ιράν δεν δέχεται τον μηδενικό εμπλουτισμό ουρανίου, ζητά πολεμικές αποζημιώσεις, όσο προφανώς απίθανο και να είναι αυτό, καθώς και εγγυήσεις ότι δεν θα υπάρξει νέα επίθεση. Επί του τελευταίου προφανώς δεν θα αρκεστούν σε μία σχετική δήλωση Τραμπ. Συνεπώς, είναι και οι όροι που αποδίδονται στο Ιράν πολύ δύσκολο να γίνουν αποδεκτοί. Οι πληροφορίες ότι οι ΗΠΑ ενημέρωσαν το Ισραήλ περί συνομιλιών με το Ιράν, έχουν βεβαίως τη σημασία τους.
Η αντίδραση του Ιράν στις δηλώσεις Τραμπ πώς ερμηνεύεται; Και τι μπορεί να υποδεικνύει ως προς το ποιος ορίζει και αποφασίζει τι εντός του καθεστώτος;
Το Ιράν διατείνεται ότι θα φτάσει μέχρι τέλους, θα «διαλύσει» τους εχθρούς και άλλα παρεμφερή. Αν, όμως, δείξει ότι διαπραγματεύεται, αυτό συνιστά διαφορετική στρατηγική. Διαβλέπω περισσότερο τακτική, ώστε να μη δείξει ότι βρίσκεται σε θέση αδυναμίας. Αυτό ως πρώτο σχόλιο.
Φαίνεται ότι διαψεύδουν πως υπήρξαν -μέχρι στιγμής- συνομιλίες με τις ΗΠΑ, υπονοώντας σε διμερές επίπεδο, άμεσες. Αυτό φαίνεται ότι ισχύει, καθώς όπως αναφέραμε οι επαφές γίνονται μέσω των μεσολαβητριών χωρών. Θα δούμε αν επιτευχθεί συμφωνία για κάποιου είδους διαπραγμάτευση εντός της εβδομάδας στο Ισλαμαμπάντ του Πακιστάν.
Η ανακοίνωση ότι δεν υφίστανται επαφές ήλθε από το ιρανικό ΥΠΕΞ, ενώ ο ίδιος ο Αραγτσί φέρεται να είναι το πρόσωπο που διατηρεί διαύλους με το δίδυμο Γουίτκοφ-Κούσνερ
Αυτό είναι ακριβές. Προέκυψε τώρα ως πρόσωπο «επαφής», ο πρόεδρος του ιρανικού Κοινοβουλίου, Μοχάμεντ Μπάγκερ Γκαλιμπάφ. Ισχυρός παράγοντας, εκ των κορυφών του καθεστώτος, προερχόμενος από τους Φρουρούς της Επανάστασης. Σε συνθήκες πολέμου, είναι ακόμη πιο δύσκολο να γνωρίζει κανείς τις ακριβείς διαδρομές της επικοινωνίας όσον αφορά την ιρανική πλευρά. Δεν μπορεί να αποκλειστεί και το ενδεχόμενο εσωτερικής διαπάλης εντός του καθεστώτος, ακόμη και μεταξύ των ίδιων κέντρων εξουσίας, για το ποιος έχει τον τελικό λόγο στη λήψη αποφάσεων.
Συνεπώς, θολό το τοπίο γύρω από το ποιος συνομιλεί με ποιον και ποια θα μπορούσε να είναι η κατάληξη. Ως γενική εικόνα, τι διακρίνετε από την ανακοίνωση Τραμπ; Τι χρειάζεται να επιδείξει κατ’ ελάχιστο τόσο στο πλαίσιο μίας διαπραγμάτευσης με το Ιράν, όσο και στο πεδίο, για να μπορέσει να βάλει τέλος στον πόλεμο;
Διακρίνω ότι ο Τραμπ πιέζεται να κηρύξει τη λήξη του πολέμου. Για να το κάνει, όμως, πρέπει να παρουσιάσει κάποιες επιτυχίες - και κυρίως επιτυχίες που δεν είχαν καταφέρει να εξασφαλίσουν προηγούμενοι Αμερικανοί πρόεδροι, και ιδίως ο Μπαράκ Ομπάμα, επί θητείας του οποίου είχε συναφθεί η συμφωνία του 2015 από την οποία αποχώρησε μονομερώς ο ίδιος ο Τραμπ μετέπειτα.
Ένας πόλεμος με ανθρώπινες απώλειες, καταστροφές και τεράστιο οικονομικό κόστος για την αμερικανική και παγκόσμια οικονομία απαιτεί πολιτική δικαιολόγηση. Πρέπει να αποδείξει ότι τουλάχιστον υπερέβη τη συμφωνία του 2015. Αυτό είναι κομβικής σημασίας για το εσωτερικό πολιτικό μέτωπο, εν όψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου, τόσο όσον αφορά τους πολιτικούς αντιπάλους του, όσο και τους Ρεπουμπλικανούς που αμφισβητούν τη στρατηγική του.
Είναι δεδομένο ότι ο Τραμπ δεν θέλει περαιτέρω κλιμάκωση των τιμών στην ενέργεια, εξ ου και κατά καιρούς «δείχνει» ότι η σύγκρουση δεν θα διαρκέσει πολύ, ενώ παράλληλα προετοιμάζει και στο εσωτερικό το έδαφος για το αφήγημα της λήξης. Χρειάζεται, δηλαδή, να προετοιμάσει την κοινή γνώμη: δεν μπορεί να ανακοινώσει αιφνιδιαστικά το τέλος της σύγκρουσης χωρίς αφήγημα επιτυχίας.
Εκεί θεωρώ ότι εντάσσονται και οι δηλώσεις του στο CNBC ότι αυτό που εξελίσσεται στο Ιράν μπορεί να περιγραφεί ως αλλαγή καθεστώτος. Τώρα, πώς το εξηγεί αυτό;… Στο ότι πολλοί Ιρανοί ηγέτες έχουν σκοτωθεί και αντικατασταθεί. Αυτό μου δημιουργεί την εικόνα ότι επειδή θέλει να απεμπλακεί, «μεταφράζει» τις εξοντώσεις στελεχών του καθεστώτος σε αλλαγή καθεστώτος. Για την ακρίβεια, ερωτηθείς σχετικά με τον έλεγχο των Στενών, μίλησε περί «κοινού ελέγχου» από τον ίδιο και «όποιος είναι ο Αγιατολάχ», υποδεικνύοντας ότι ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα εντασσόταν στο πλαίσιο μίας «πολύ σοβαρής μορφής αλλαγής καθεστώτος».
Ο Ντόναλντ Τραμπ, συνεπώς, προσπαθεί να βρει μία«έξοδο κινδύνου» από έναν στρατηγικό εγκλωβισμό. Στέλνει μηνύματα αποκλιμάκωσης ώστε να συγκρατήσει τις τιμές στην οικονομία, ιδιαίτερα της ενέργειας, όμως τη σύγκρουση δεν μπορεί να την τερματίσει έως ότου έχει ένα αφήγημα «νίκης». Όπως επίσης δεν μπορεί να τη σταματήσει εάν συνεχίσουν να είναι κλειστά τα Στενά του Ορμούζ. Σε μια τέτοια περίπτωση, θα αφήσει σε εξαιρετικά δυσχερή κατάσταση την παγκόσμια οικονομία και συμμάχους των Ηνωμένων Πολιτειών, ό,τι και να σημαίνει για τον Τραμπ ο όρος σύμμαχοι, αραβικές χώρες του Περσικού Κόλπου και την Ανατολική Ασία, που ίσως είναι και αυτή που πλήττεται περισσότερο ακόμη και από τον Περσικό.
Χώρες όπως η Νότια Κορέα και η Ινδία αντιμετωπίζουν πολύ σοβαρό πρόβλημα λόγω του δραστικού περιορισμού των ενεργειακών ροών από τον Περσικό Κόλπο. Γι’ αυτό το ζήτημα των Στενών του Ορμούζ είναι κεντρικό και πρέπει να αντιμετωπίζεται αυτοτελώς: στα υπόλοιπα ζητήματα κάποια περιθώρια μπορεί να υπάρχουν, αλλά αν παραμείνουν κλειστά τα Στενά, δεν μπορεί να υπάρξει ουσιαστική λύση.
Συνδέεται η παράταση που έδωσε ο Τραμπ και με στρατιωτικές προετοιμασίες;
Πρέπει φυσικά να έχουμε υπόψη ότι βρίσκονται εν πλω περίπου 5.000 πεζοναύτες. Είναι πιθανό ο Τραμπ, πέρα από τις πολιτικές και διπλωματικές κινήσεις, να επιδιώκει να κερδίσει χρόνο μέχρι να φτάσουν οι πεζοναύτες στην περιοχή. Γνωρίζουμε τις κινήσεις των πλοίων και τον χρόνο που απαιτείται για την άφιξή τους. Επομένως, η παράταση ενδέχεται να σχετίζεται περισσότερο και με την ανάγκη στρατιωτικής προετοιμασίας, παρά αποκλειστικά με τη διαπραγμάτευση.
Βεβαίως, κάθε στρατιωτική επιχείρηση ενέχει κινδύνους. Αν υπήρχε μια άμεση λύση στα χέρια του Τραμπ, θα προτιμηθεί, χωρίς την εμπλοκή πεζοναυτών. Ωστόσο, γνωρίζουμε ότι απαιτούνται ορισμένες ημέρες για την ανάπτυξη δυνάμεων. Όπως γνωρίζουμε ότι μετέθεσε χρονικά την έναρξη της σύγκρουσης με το Ιράν ακριβώς έως ότου συγκεντρώθηκε επαρκής δύναμης πυρός. Καθυστερούσε από εβδομάδα σε εβδομάδα, ενώ κρατούσε τις έμμεσες συνομιλίες στη Γενεύη ζωντανές ή ημιθανείς.
Τι είδους στρατιωτικές επιχειρήσεις αναμένουμε σε περίπτωση κλιμάκωσης;
Εκτεταμένη χερσαία εισβολή, αντίστοιχη με εκείνη στο Ιράκ το 2003, είναι δεδομένο ότι δεν μπορεί να υπάρξει. Μιλάμε για περιορισμένες και στοχευμένες επιχειρήσεις ειδικών δυνάμεων.
Το πρώτο σενάριο αφορά τα μικρά νησιά στα Στενά του Ορμούζ: το Μεγάλο Τουνμπ, το Μικρό Τουνμπ και το Αμπού Μούσα. Τα νησιά αυτά έχουν στρατηγική σημασία. Αποτελούν, μάλιστα, αντικείμενο διαμάχης μεταξύ Ιράν και Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. Τα νησιά αυτά θεωρείτο ότι ανήκαν στα Εμιράτα και επί εποχής Σάχη είχαν καταληφθεί από το Ιράν, ακριβώς λόγω της στρατηγικής τους σημασίας διότι ελέγχουν το πέρασμα. Οι περισσότερες χώρες της περιοχής θεωρούν ότι τελούν υπό ιρανική κατοχή.
Στο πλαίσιο της ιστορικής διαμάχης των δύο χωρών ήλθαν και οι πρόσφατες προειδοποιήσεις του Ιράν προς τα Εμιράτα να μην παραχωρήσουν διευκολύνσεις στις ΗΠΑ για αμερικανικές επιχειρήσεις στον Περσικό. Το Ιράν απείλησε με πλήγματα σε κρίσιμες υποδομές στην απέναντι πλευρά των Στενών, σε περιοχές-κόμβους εμπορίου και ναυτιλίας, διαβλέποντας πιθανό κίνδυνο να βρουν ευκαιρία τα ΗΑΕ να ανακτήσουν τα νησιά μέσω διευκολύνσεων στις ΗΠΑ. Διότι, πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι μέχρι τώρα οι αμερικανικές επιθέσεις δεν γίνονται από τις αμερικανικές βάσεις στον Περσικό· γίνονται είτε από αεροπλανοφόρα, είτε από το Ντιέγκο Γκαρσία του Ινδικού, είτε σε κάθε περίπτωση εξ αποστάσεως. Η κατάληψη αυτών των νησιών από ειδικές δυνάμεις θα μπορούσε να αποκαταστήσει τη ροή στα Στενά του Ορμούζ, ακόμη κι αν άλλα ζητήματα παραμείνουν άλυτα.
Το δεύτερο σενάριο αφορά το νησί Χαργκ, στον βόρειο Περσικό Κόλπο. Πρόκειται για βασικό κόμβο εξαγωγής πετρελαίου του Ιράν. Οι Αμερικανοί στις πρόσφατες επιδρομές έπληξαν ή εξολόθρευσαν, όπως δήλωσαν, στρατιωτικές εγκαταστάσεις εκεί, χωρίς όμως να χτυπήσουν τις πετρελαϊκές υποδομές. Αν το νησί αυτό καταληφθεί, θα μπορούσε να προκληθεί σοβαρή οικονομική ασφυξία στο Ιράν, καθώς από εκεί διέρχεται περίπου το 90% των εξαγωγών πετρελαίου του και αντιστοιχεί στο 40% του εθνικού εισοδήματος του - όχι μόνο του πετρελαϊκού, αλλά του συνολικού εθνικού εισοδήματος. Σε συνθήκες πολέμου, μια τέτοια εξέλιξη θα είχε κρίσιμες συνέπειες.
Το τρίτο σενάριο -το πιο δύσκολο και με το μεγαλύτερο βαθμό επικινδυνότητας- αφορά τον έλεγχο των 450 κιλών υψηλά εμπλουτισμένου ουρανίου, που φέρεται να βρίσκονται σε υπόγειες εγκαταστάσεις κοντά στην πόλη Ισφαχάν. Ο στόχος θα ήταν να αποτραπεί η μελλοντική χρήση τους εάν παραμείνει το καθεστώς, είτε εάν δεν παραμείνει και υπάρξει πιθανή αστάθεια, εμφύλιος πόλεμος και συγκρούσεις, να μην πέσουν σε χέρια τρομοκρατικών ομάδων. Και τα τρία σενάρια παρουσιάζουν δυσκολίες, αλλά η λογική είναι ότι πρόκειται για επιχειρήσεις περιορισμένης κλίμακας, όπου οι αμερικανικές απώλειες θα θεωρούνταν «ανεκτές» και διαχειρίσιμες.
Εσείς διακρίνετε κλιμάκωση το επόμενο διάστημα; Πέραν από πιθανές στοχευμένες επιχειρήσεις, όντως θα έπλητταν οι ΗΠΑ ενεργειακές υποδομές του Ιράν;
Η προετοιμασία για κάποιου τύπου επιχείρηση δεν φαίνεται να σταματά· αντίθετα, πιθανότατα εντείνεται. Εκτιμώ ότι κάθε ημέρα που περνά θα είναι πιο σκληρή από την προηγούμενη, καθώς οι πλευρές θεωρούν ότι κάποια στιγμή πρέπει να υπάρξει ένα «τελικό ξεκαθάρισμα». Παράλληλα, δεν αποκλείεται να συνεχίζονται και οι συνομιλίες μέσω διαμεσολαβητών. Η σύγκρουση και η διπλωματία μπορούν να εξελίσσονται ταυτόχρονα.
Τώρα, οι Ηνωμένες Πολιτείες και ο ίδιος ο Τραμπ δεν επιθυμούν πλήγματα σε ενεργειακές εγκαταστάσεις. Δεν το έχουν κάνει μέχρι τώρα και όταν υπήρξε σχετική ενέργεια των Ισραηλινών τέθηκε ζήτημα. Ο λόγος είναι διττός: αφενός, τέτοια πλήγματα θα εκτόξευαν τις τιμές της ενέργειας, κάτι που επηρεάζει τόσο τους συμμάχους όσο και την αμερικανική οικονομία· αφετέρου, επιδιώκεται η διατήρηση αυτών των υποδομών για μελλοντική εκμετάλλευση, ανεξαρτήτως καθεστώτος στο Ιράν. Δεν θα φθάσουν, δηλαδή, οι Αμερικανοί εύκολα στο χτύπημα ενεργειακών πηγών. Και ως προς αυτό η παράταση επίσης με ένα τρόπο «βοηθάει» - γιατί εάν το τελεσίγραφο εκπνεύσει, θα πρέπει και να κάνουν αυτό για το οποίο προειδοποίησαν.
Η σημασία που αποδίδεται στη διατήρηση της ενεργειακής ροής φαίνεται και από το γεγονός ότι ήραν τις κυρώσεις στο ιρανικό πετρέλαιο, προκειμένου να μην διαταραχθεί η αγορά. Επιπλέον, ζημιές σε μεγάλα ενεργειακά κοιτάσματα, όπως αυτά του Κατάρ, μπορεί να απαιτήσουν χρόνια για να αποκατασταθούν. Αυτό σημαίνει ότι οι συνέπειες θα διαρκέσουν πολύ πέρα από το τέλος της σύγκρουσης.
Στο σημείο αυτό θα ήθελα να δώσω έμφαση στο εξής όσον αφορά αμιγώς το ζήτημα των Στενών του Ορμούζ, όχι μια συνολική διαπραγμάτευση. Υπάρχει μία επιλογή-εκδοχή, που δεν θα τη χαρακτήριζα ακριβώς ακραία, αλλά πάντως πολιτικά δύσκολη: η ενδεχόμενη μεσολάβηση της Κίνας. Όταν ο Τραμπ καλούσε σε συνδρομή συμμάχων, δεν περιορίστηκε στους Ευρωπαίους και το ΝΑΤΟ, την Ιαπωνία και την Ινδία στη συνέχεια, αλλά αναφέρθηκε και στην Κίνα.
Η επιλογή της Κίνας είναι σύνθετη πολιτικά, διότι επί της ουσίας την επαναφέρει ως παράγοντα στη Μέση Ανατολή. Έχει ήδη επιχειρήσει δύο παρεμβάσεις: την αποκατάσταση διπλωματικών σχέσεων Ιράν-Σαουδικής Αραβίας, που υπό αυτές τις συνθήκες έχει καταρρεύσει, καθώς και μία προσπάθεια συμφιλίωσης μεταξύ παλαιστινιακών οργανώσεων εν μέσω του πολέμου στη Γάζα με μία συνάντηση που είχε φιλοξενήσει στο Πεκίνο. Είχε προσπαθήσει, χωρίς να προκαλέσει, να διαδραματίσει ένα ρόλο. Παρότι αυτές οι πρωτοβουλίες δεν απέδωσαν, κατέδειξαν την πρόθεση του Πεκίνου να αποκτήσει ρόλο στην περιοχή.
Αν υπήρχε μία τέτοια κινεζική παρέμβαση ο Τραμ αναμφισβήτητα θα δεχόταν επιθέσεις στο εσωτερικό και μου προξενεί εντύπωση και το γεγονός ότι ο ίδιος αναφέρθηκε στην Κίνα. Όμως πράγματι η Κίνα είναι ένας παράγοντας που μπορεί να πιέσει και να πείσει το καθεστώς.
Θα το έκανε ωστόσο και με ποια ανταλλάγματα;
Αυτό είναι το μεγάλο θέμα. Θα ζητήσει σίγουρα κάποια ανταλλάγματα, κάτι φυσικά που θα είναι δύσκολα πολιτικά διαχειρίσιμο για τον Τραμπ. Εκτιμώ ότι σε αυτό το σημείο μπορεί να φθάσει ο Τραμπ μόνο εάν καταλάβει ότι για τα Στενά του Ορμούζ δεν υπάρχουν εύκολες εναλλακτικές λύσεις - σημείο στο οποίο θα προσπαθήσει να μην φτάσει. Μπορεί το ταξίδι στο Πεκίνο να αναβλήθηκε λόγω των εξελίξεων, ωστόσο η συνάντηση κορυφής θα προϋπέθετε μία συνολική συζήτηση, και ίσως λοιπόν υπάρχει ένα πλαίσιο και για ανάλογες συζητήσεις. Η Κίνα σίγουρα θα ζητούσε ορισμένα ανταλλάγματα, αλλά βέβαια δια αυτού του τρόπου θα διέσωζε το ιρανικό καθεστώς, κάτι απολύτως σημαντικό για την ίδια. Κατ’ αντιστοιχία, ο Τραμπ θα νομιμοποιούσε την Κίνα ως παράγοντα της περιοχής, αλλά εμμέσως θα νομιμοποιούσε και το ίδιο το ιρανικό καθεστώς.
Η Κίνα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις ενεργειακές ροές της περιοχής και έχει συμφέρον να διασφαλιστεί η ομαλή λειτουργία των Στενών του Ορμούζ. Μέχρι στιγμής, τα κινεζικά πλοία δεν αντιμετωπίζουν προβλήματα καθώς οι Ιρανοί επιτρέπουν τη διέλευσή τους, αλλά αυτό δεν είναι δεδομένο για το μέλλον, ιδίως αν ενταθεί η σύγκρουση ή υπάρξουν παρεμβάσεις των ΗΠΑ και καταλήψεις νησιών.
Η εμπλοκή της θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια πιο μόνιμη ρύθμιση για τη ναυσιπλοΐα στα Στενά. Αυτό είναι εξαιρετικά κρίσιμο, διότι ανεξαρτήτως της έκβασης της σύγκρουσης, το ζήτημα του καθεστώτος των Στενών του Ορμούζ θα τεθεί την «επόμενη μέρα».
Και ποιοι είναι οι πιθανοί «δρόμοι» για το καθεστώς των Στενών και για να μην τελούν υπό την ομηρεία του όποιου ιρανικού καθεστώτος;
Αυτό μπορεί να λυθεί με δύο τρόπους: Ο πρώτη είναι μια νέα διεθνής Συνθήκη που θα καθορίζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των χωρών γύρω από τα Στενά, κατά το πρότυπο της Συνθήκης του Μοντρέ για τα Στενά του Βοσπόρου και των Δαρδανελίων. Μια τέτοια λύση θα ήταν πιο μόνιμη, αλλά απαιτεί προφανώς τη συναίνεση του Ιράν, κάτι που την καθιστά πολιτικά δύσκολη.
Η δεύτερη επιλογή είναι η συγκρότηση μόνιμης διεθνούς ναυτικής δύναμης που θα επιτηρεί τη ναυσιπλοΐα. Θα απαιτηθεί η επιχειρησιακή συμμετοχή μεγάλων δυνάμεων, που θα εγγυώνται την ελεύθερη και ασφαλή διέλευση.
Προφανώς συμμετοχή και της Ευρώπης
Οπωσδήποτε και της Ευρώπης. Αυτό το ζήτημα θα μας απασχολήσει σε κάθε περίπτωση την επομένη του πολέμου. Η σημερινή κατάσταση -ιδίως μετά τα πρόσφατα γεγονότα- δεν μπορεί να παραμείνει ως έχει. Ιδίως αν παραμείνει στην εξουσία αυτό το καθεστώς στο Ιράν - έστω και αν είναι αποδυναμωμένο, θα έχει τη δυνατότητα της εκτόξευσης ενός drone ή ενός πυραύλου στα Στενά του Ορμούζ;
Μπροστά στα όσα αναφέρετε, κάτω από ποιο πρίσμα βλέπουν πλέον αυτό τον πόλεμο τα κράτη του Κόλπου που έχουν υποστεί ήδη τεράστιο πλήγμα στην εικόνα του ασφαλούς προορισμού και στις οικονομίες τους; Πόσο απέδωσε τελικά η ουδετερότητα;
Οι χώρες του Κόλπου -Σαουδική Αραβία, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Κατάρ, Μπαχρέιν, Ομάν, Κουβέιτ- ήταν αρχικά διστακτικές, αν όχι αντίθετες, σε μια στρατιωτική επέμβαση των ΗΠΑ. Αυτό συνδέεται με τους κινδύνους για τις οικονομίες τους και την περιφερειακή σταθερότητα. Η στάση αυτή αποτυπώνεται και στο γεγονός ότι, παρά τα πλήγματα που έχουν δεχθεί, δεν έχουν απαντήσει στρατιωτικά, επιδιώκοντας να αποφύγουν μια γενικευμένη σύγκρουση.
Ωστόσο, καθώς η κρίση εξελίσσεται, φαίνεται ότι αρκετές από αυτές τις χώρες ζητούν πλέον πιο αποφασιστική δράση από τις Ηνωμένες Πολιτείες, ώστε να μην παγιωθεί μια «ενδιάμεση» κατάσταση αστάθειας, η οποία θα αποτελεί για τις ίδιες διαρκή απειλή. Δηλαδή, θεωρούν ότι αν μείνει στην εξουσία το υπάρχον καθεστώς, όσο αποδυναμωμένο και αν είναι, θα μπορούσε να λειτουργεί ως «πληγωμένο θηρίο», προκαλώντας περιοδικές εντάσεις και πλήττοντας την οικονομική και επενδυτική εικόνα τους .
Ακόμη και χωρίς άμεσες ενέργειες, η αίσθηση κινδύνου επηρεάζει τις αγορές, τα ασφάλιστρα, τον τουρισμό και συνολικά την οικονομική δραστηριότητα. Διότι, όπως γνωρίζουμε, η οικονομία είναι πάνω απ’ όλα ψυχολογία.
Δεν βλέπουμε ωστόσο τον Ντόναλντ Τραμπ να κινείται σε αυτή την κατεύθυνση της αλλαγής καθεστώτος
Ακριβώς, δεν το βλέπουμε. Γιατί; Διότι μία τέτοια εξέλιξη θα απαιτούσε πολύπλοκες προϋποθέσεις: χερσαίες δραστηριότητες, δηλαδή μυστικές υπηρεσίες στο έδαφος, κινητοποίηση εθνικών μειονοτήτων -Κούρδοι, Βαλούχοι-, ένοπλες οργανώσεις της ιρανικής αντιπολίτευσης και ίσως και συμμαχία με κάποιο τμήμα του υπάρχοντος καθεστώτος. Επιπλέον, πρόκειται για μια διαδικασία που απαιτεί χρόνο - χρόνο που δεν διαθέτει ο Τραμπ, λόγω εσωτερικών πολιτικών πιέσεων και ενδιάμεσων εκλογών. Αντίθετα, ο Νετανιάχου φαίνεται να έχει μεγαλύτερο χρονικό ορίζοντα, φυσικά για λόγους στρατηγικής του Ισραήλ, δεδομένου ότι το Ιράν υπό αυτό το καθεστώς θα αποτελεί πάντα υπαρξιακή απειλή για το Ισραήλ, αλλά υφίστανται και ιδιοτελή κίνητρα καθώς φαίνεται ότι ανακτά πολιτικά έδαφος που είχε χάσει τα τελευταία έτη -και έχει στο νου του και το ενδεχόμενο πρόωρων εκλογών- ενώ το ζήτημα των δικαστικών υποθέσεων εις βάρος του παραμένει ανοιχτό.
Τώρα, ως προς τις χώρες του Κόλπου δεν μπορούμε να μιλήσουμε συνολικά για ουδετερότητα. Η Σαουδική Αραβία είναι διαχρονικός ανταγωνιστής του Ιράν. Ουδετερότητα για 30 χρόνια σε αυτή τη διαμάχη έχει το Κουβέιτ, ενώ το Κατάρ διατηρούσε ακόμη και φιλικές σχέσεις, συνδιαχειρίζονταν κοινό κοίτασμα ενώ είχε λειτουργήσει κατά καιρούς ως διαμεσολαβητής. Το μεγάλο ιστορικό λάθος που έχει διαπράξει το Ιράν είναι ότι χτυπώντας αυτές τις χώρες τις έχει συσπειρώσει όλες απέναντί του. Τα κράτη-μέλη του Αραβικού Συνδέσμου έχουν καταγγείλει έντονα τη στάση του, ενώ παρατηρούνται και νέες δυναμικές συνεργασίας μεταξύ χωρών που στο πρόσφατο παρελθόν ήταν ανταγωνιστικές. Αυτό διαμορφώνει ένα διαφορετικό γεωπολιτικό τοπίο για την «επόμενη μέρα» στη Μέση Ανατολή.








