makedonikanea.gr logo
makedonikanea.gr logo

Δ. Τριανταφύλλου: Ρήγμα στα θεμέλια της συμμαχίας Ευρώπης και ΗΠΑ

Ακούστε το άρθρο 8'
20.01.2026 | 08:00
Shutterstock
Την εικόνα της μεγάλης αβεβαιότητας, των κινδύνων και των προκλήσεων για την Ευρώπη και το διεθνές σύστημα, που πηγάζουν από την Αμερική του Ντόναλντ Τραμπ, συνθέτει ο καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Δημήτρης Τριανταφύλλου σε συνέντευξη που παραχώρησε στο Liberal και την Ευαγγελία Μπίφη σε στιγμές κρίσιμες κατά τις οποίες επιβεβαιώνεται πως ό,τι γνωρίζαμε ως σήμερα έχει αλλάξει, το ρήγμα στη διατλαντική σχέση διευρύνεται και κλονίζονται τα θεμέλια της παγκόσμιας τάξης.

Σκιαγραφώντας το κεφάλαιο της Γροιλανδίας και τη συνολική πολιτική του Ντόναλντ Τραμπ στον ένα χρόνο που μετρά η επάνοδός του στον Λευκό Οίκο, ο κ. Τριανταφύλλου αναλύει τη βαθιά ρευστότητα σε ένα διεθνές σύστημα, όπου οι Ηνωμένες Πολιτείες λειτουργούν περισσότερο ως «ταραχοποιός» παρά ως δύναμη σταθεροποίησης - χωρίς θεσμικούς φραγμούς και ακολουθώντας μία ηγεμονική στρατηγική που αμφισβητεί σταθερές, κανόνες και συμμάχους.

Από τη Γροιλανδία και την Ουκρανία έως τη Μέση Ανατολή και τον Παγκόσμιο Νότο, περιγράφει ένα περιβάλλον όπου οι διεθνείς δρώντες αναγκάζονται να επαναπροσδιορίσουν στρατηγικές, συμμαχίες και προτεραιότητες. Οι καιροί επιτάσσουν συνεχή εγρήγορση και αναζήτηση νέων ισορροπιών διεθνώς από την Ευρώπη - που βάλλεται ταυτόχρονα εκ των έσω από την αλματώδη άνοδο της Άκρας Δεξιάς. Εστιάζοντας στη διάβρωση της διατλαντικής σχέσης, ο Δημήτρης Τριανταφύλλου επισημαίνει πως η απάντηση δεν μπορεί να είναι μόνο η αντίδραση, αλλά απαιτείται ένας συνδυασμός ανθεκτικότητας, στρατηγικής αυτονομίας και επαναπροσδιορισμού του ευρωπαϊκού τρόπου λειτουργίας. 

Παράλληλα, θέτει το πλαίσιο εντός του οποίου καλείται να κινηθεί η Αθήνα εξαιτίας του παράγοντα Τουρκία, επισημαίνοντας ότι η ελληνική εξωτερική πολιτική έχει ιστορικά κινηθεί με έναν σταθερό άξονα: λόγω γεωγραφίας και λόγω της τουρκικής απειλής, προσπαθούσε να ισχυροποιήσει τη θέση της τόσο εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και μέσω της σχέσης με τις ΗΠΑ.

Ακολουθεί το κείμενο της συνέντευξης:

Κύριε Τριανταφύλλου, οι δασμοί ως όπλο, το Διεθνές Δίκαιο, η κυριαρχία υπό αμφισβήτηση και το ρήγμα στη διατλαντική σχέση βαθαίνει. Πού βαδίζουμε;

Ανεξαρτήτως του τι θα συμβεί στην περίπτωση της Γροιλανδίας, το ζήτημα είναι πολύ πιο ουσιαστικό. Κλονίζονται πραγματικά τα θεμέλια όχι μόνο του δυτικού συστήματος ασφάλειας αλλά, ευρύτερα, της ίδιας της παγκόσμιας τάξης. Αυτή τη στιγμή έχουμε μία διακυβέρνηση στις Ηνωμένες Πολιτείες, η οποία διαχειρίζεται ζητήματα με πρωτόγνωρο, πρωτοφανή τρόπο. Βλέπουμε πλέον συμπεριφορές που παραδοσιακά χαρακτήριζαν χώρες οι οποίες ασκούν ωμή ισχύ, μεγάλες δυνάμεις, ηγεμονικές δυνάμεις με τη στενή έννοια του όρου. 

Μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, σχεδόν όλες οι πρώην σοβιετικές δημοκρατίες που βρίσκονταν στην Ευρώπη άρχισαν να γυρίζουν την πλάτη στη Ρωσία, το διάδοχο κράτος της Σοβιετικής Ένωσης. Το ίδιο έπραξαν και οι πρώην κομμουνιστικές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης: στράφηκαν προς το ΝΑΤΟ και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το είδαμε αυτό καθαρά με τις βαλτικές χώρες, οι οποίες εντάχθηκαν τόσο στο ΝΑΤΟ όσο και στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Καταγράφεται η τάση αυτή εδώ και περίπου 35 χρόνια, πιο πρόσφατα με τις προσπάθειες ενσωμάτωσης από χώρες όπως η Γεωργία, αλλά και η Ουκρανία και η Μολδαβία.

Και αυτό είναι ενδεικτικό του φόβου απέναντι στον ηγεμόνα. 

Το ίδιο ακριβώς ισχύει και στην περίπτωση της Κίνας. Οι χώρες που βρίσκονται γεωγραφικά κοντά ή επηρεάζονται άμεσα ή έμμεσα από την Κίνα, δηλαδή οι χώρες του Ινδο-Ειρηνικού, βλέπουμε ότι συσπειρώνονται μεταξύ τους αλλά και με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Είτε μιλάμε για την Αυστραλία, είτε για τη Νότια Κορέα, την Ιαπωνία ή το Βιετνάμ, παρατηρούμε ότι, ακριβώς επειδή φοβούνται την ηγεμονική τάση και τη συμπεριφορά της Κίνας, αναζητούν ισορροπίες και συμμαχίες. Η Αμερική, από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και μετά, αυτό που μας είχε δείξει σε μεγάλο βαθμό είναι ότι ως ηγεμονική δύναμη, αν όχι υπερδύναμη, λειτουργούσε με ένα διαφορετικό μοντέλο.

Το μοντέλο αυτό βασιζόταν σε συνασπισμούς, συνεργασίες, πολυμέρεια, στο Διεθνές Δίκαιο και στους διεθνείς οργανισμούς. Βεβαίως, στην Ιστορία υπάρχουν σκοτεινά σημεία και εξαιρέσεις: η Χιλή το 1973, η υπόθεση Μοσαντέκ στο Ιράν το 1953, και όχι μόνο. Παρ’ όλα αυτά, το γενικό μοντέλο ήταν αυτό. Και αυτό σήμαινε ότι, για εμάς στη Δύση, η Αμερική δεν θεωρούνταν απλώς ο ηγεμόνας με την αρνητική έννοια του όρου, αλλά ένας πραγματικός ηγέτης.

Σήμερα, όμως, βλέπουμε ότι αυτό το μοντέλο αμφισβητείται από την ίδια. Δηλαδή, η ίδια η Αμερική φαίνεται να συμπεριφέρεται περισσότερο ως ηγεμόνας και λιγότερο ως ηγέτης. Ιδίως στο ζήτημα της Γροιλανδίας, όπου μιλάμε για μια συμμαχική χώρα, τη Δανία, η συμπεριφορά αυτή είναι ιδιαίτερα προβληματική. Η πρόθεση επιβολής δασμών στις χώρες που έστειλαν μια μικρή, συμβολική στρατιωτική παρουσία στη Γροιλανδία είναι ενδεικτική αυτής της αλλαγής συμπεριφοράς. 

Τα δεδομένα αυτά που αλλάζουν με τρόπο που τρομάζει έθεσε πρόσφατα σε ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο του ο Φαρίντ Ζακάρια στην Washington Post. Πηγαίνει μάλιστα, και ορθώς κατά την άποψή μου, ένα βήμα παραπέρα. Λέει ότι ο μεγάλος προβληματισμός στη Δύση για το αν ο φυσικός ηγέτης είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες ή όχι ξεκίνησε με την απόφαση εισβολής στο Ιράκ, το 2003, η οποία προβλημάτισε βαθιά την Ευρώπη.

Το μήνυμα της Ουάσινγκτον, υπό την τότε διακυβέρνηση του Τζορτζ Μπους του νεότερου, ήταν ξεκάθαρο: «είτε είστε μαζί μας είτε είστε εναντίον μας». Είδαμε τότε ευρωπαϊκές χώρες να στηρίζουν την Αμερική και άλλες να αρνούνται, γεγονός που αποτυπώθηκε και στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, με τη Βρετανία από τη μία πλευρά και τη Γαλλία από την άλλη.

Ωστόσο, υπήρχε και μια εσωτερική διάσταση, την οποία σήμερα ο Ντόναλντ Τραμπ φαίνεται να αγνοεί πλήρως. Ο Τζορτζ Ου. Μπους, αφότου είχε λάβει την απόφαση για την εισβολή, φρόντισε να εξασφαλίσει τη στήριξη του Κογκρέσου, της νομοθετικής εξουσίας. Διασφάλισε δηλαδή ότι είχε στο εσωτερικό τη θεσμική νομιμοποίηση να προχωρήσει. Παρά τα τεράστια προβλήματα, προσπάθησε να περάσει την απόφαση, έστω και σε κάποια μορφή, από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ και δημιούργησε έναν «συνασπισμό των προθύμων»: 49 χώρες υποστήριξαν την επέμβαση.

Σήμερα, όμως, δεν βλέπουμε τίποτε από αυτά. Δεν υπάρχει ούτε σύμφωνη γνώμη του Κογκρέσου -και αυτό είναι μια τεράστια αλλαγή- ούτε προσπάθεια θεσμικής νομιμοποίησης της όποιας κίνησης Τραμπ. Η λογική που εκπέμπεται είναι: «έχω το δικαίωμα να κάνω ό,τι θέλω». Είτε μιλάμε για τη Βενεζουέλα, είτε για απειλές απέναντι στη Δανία και τη Γροιλανδία, είτε για άλλες περιπτώσεις.

Ούτε και υπάρχει κάποια προσπάθεια για ψήφισμα ή απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, ούτε κάποια κίνηση που αφορά τη συγκρότηση ενός ευρύτερου συνασπισμού χωρών. Και αυτό το βλέπουμε να εξελίσσεται ραγδαία σε πάρα πολλά ζητήματα. Παράλληλα με τη Γροιλανδία, έχουμε τώρα και τις ανακοινώσεις για το ποιοι θα συμμετάσχουν στο λεγόμενο «Συμβούλιο Ειρήνης» για τη Γάζα. Εδώ ανοίγει μια ολόκληρη συζήτηση: πέρα από το γεγονός ότι υπάρχουν αναφορές για περίπου 60 χώρες που έχουν προσκληθεί να συμμετάσχουν, προκύπτει κάτι εντελώς παράδοξο: ζητείται οι χώρες που επιθυμούν μόνιμη θέση να καταβάλουν εντός ενός έτους ένα ποσό της τάξης του ενός δισ. δολαρίων.

Χωρίς ουσιαστικά καμία συγκεκριμένη αναφορά στη Γάζα, ανακοινώνεται ότι αυτό είναι ένα «Συμβούλιο Ειρήνης», ένας οργανισμός ή κάτι αντίστοιχο, πάντως ασαφές, που δείχνει σαν να επιχειρεί ο Τραμπ να αντικαταστήσει, κατά κάποιον τρόπο, τα Ηνωμένα Έθνη. Ούτε έχουμε διαβάσει ή ενημερωθεί για κάτι συγκεκριμένο επ’ αυτού, ούτε και φαίνεται να έχει συζητηθεί σοβαρά διεθνώς. Κι όμως, παρουσιάζεται ως μέρος της δεύτερης φάσης του σχεδίου ειρήνευσης για τη Γάζα, δίχως εν τω μεταξύ να υπάρχει καμία ουσιαστική αναφορά στη Γάζα.

Όλα αυτά προκαλούν μια τεράστια αβεβαιότητα. Ήδη βρισκόμαστε σε έναν κόσμο συναλλακτικό και, σε μεγάλο βαθμό, το έχουμε αποδεχθεί ως πραγματικότητα. Προσπαθούμε να καταλάβουμε αν η πολυμέρεια εξακολουθεί να ισχύει, τι απομένει από το Διεθνές Δίκαιο, αν πρέπει να περάσουμε σε ένα μοντέλο «συνασπισμών των προθύμων» και ούτω καθεξής.

Η αβεβαιότητα, όμως, που προκύπτει από τις αποφάσεις του Λευκού Οίκου το τελευταίο έτος -και από ό,τι φαίνεται όλο και πιο συχνά- έχει μεγάλες συνέπειες και προκαλεί μεγάλους προβληματισμούς. Είναι αυτό κάτι που θα έχει διάρκεια; Έτσι θα κυλήσουν τα υπόλοιπα τρία έτη της προεδρίας Τραμπ; Τι θα συμβεί μετά; Θα πρόκειται για ένα φαινόμενο με ημερομηνία λήξης ή για μια βαθύτερη αλλαγή με μακροχρόνιες συνέπειες; Και να κάνει τον κύκλο του, ποιες οι συνέπειες; Αυτά είναι τα μεγάλα ερωτήματα.

Σας θυμίζω πως ήδη από το 2003 είχαμε συνέπειες, γιατί τότε δημιουργήθηκε ένα ρήγμα και τέθηκε για πρώτη φορά με τόσο έντονο τρόπο το ερώτημα αν οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν ο φυσικός ηγέτης της Δύσης. Υπήρξε μια αμφισβήτηση που δεν υπήρχε προηγουμένως. Τα πράγματα μπορεί να βελτιώθηκαν κάπως επί προεδρίας Ομπάμα, αλλά όλοι πλέον γνωρίζαμε ότι οι Αμερικανοί ήταν επίμονοι -και ακόμη πιο επίμονοι επί Τραμπ- στο ζήτημα ότι η Ευρώπη πρέπει να κάνει περισσότερα για τη δική της άμυνα καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες μετατοπίζουν στρατηγικά το ενδιαφέρον τους προς την περιοχή του Ινδο-Ειρηνικού και προς την πρόκληση που συνιστά η Κίνα.

Το κρίσιμο ζήτημα σήμερα είναι ότι έχουμε έναν Λευκό Οίκο που βρίσκεται σε μια φάση «εφεύρεσης» νέων πολιτικών χωρίς ουσιαστική συνεννόηση. Αυτό προκαλεί αντιδράσεις, ιδίως από συμμάχους και εταίρους, διότι κλονίζεται η ίδια η έννοια της συμμαχίας.

Τι σημαίνει για την ευρωπαϊκή και παγκόσμια οικονομία ένας Λευκός Οίκος που απειλεί κατ’ αυτό τον τρόπο συμμάχους και εταίρους;

Βρισκόμαστε σε μια φάση όπου συζητείται αν η Ευρωπαϊκή Ένωση θα πρέπει να βάλει στο τραπέζι το «όπλο» των αντιποίνων μέσω δασμών. Βλέπουμε πώς κινείται και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το οποίο ανέστειλε προσωρινά τη διαδικασία επικύρωσης της συμφωνίας που είχε επιτευχθεί το καλοκαίρι μεταξύ ΗΠΑ και ΕΕ, ακριβώς λόγω των απειλών Τραμπ για νέους δασμούς.

Οι επιπτώσεις φυσικά στην παγκόσμια οικονομία είναι τεράστιες. Οι δασμοί έχουν σοβαρές συνέπειες στο εμπόριο και ήδη βλέπουμε αντιδράσεις, για παράδειγμα στη Γερμανία, από τις βιομηχανίες, αλλά υπάρχουν και συνέπειες συνολικά σε όλα τα σχέδια που διαμορφώνονται. Εξ ου και έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να δούμε πώς κινήθηκε ο Καναδάς -ένας από τους πιο στενούς εταίρους των Ηνωμένων Πολιτειών, που στην έναρξη της προεδρίας Τραμπ βρέθηκε ξαφνικά αντιμέτωπος με απειλές «α λα Γροιλανδία» κατά κάποιο τρόπο, δηλαδή ότι ο Καναδάς δεν θα έπρεπε να είναι ανεξάρτητη χώρα αλλά η «51η πολιτεία» των ΗΠΑ.

Ο Καναδάς στην πορεία άλλαξε ηγεσία και φάνηκε να βρίσκει ο Μαρκ Κάρνεϊ έναν τρόπο συνεννόησης με τον Αμερικανό πρόεδρο, περισσότερο απ’ ό,τι στην εποχή Τριντό. Ωστόσο, οι απειλές δεν σταμάτησαν. Έτσι, ο Καναδάς επέλεξε να μην περιμένει παθητικά για να δει αν αυτή η στάση της Αμερικής είναι παροδική ή μακροχρόνια. Κοίταξε τα δικά του συμφέροντα. Παρότι στο εσωτερικό του Καναδά υπήρξαν αντιδράσεις, υπεγράφη μια συμφωνία-μαμούθ στο Πεκίνο ανάμεσα στον Κάρνεϊ και τον Σι Τζινπίνγκ. Πολλοί λένε ότι έτσι «αφήνεις την Κίνα να μπει στον Καναδά». Όμως το ερώτημα είναι ποια άλλη επιλογή έχουν διάφορες χώρες, όταν οι ίδιες οι Ηνωμένες Πολιτείες δημιουργούν συνεχώς προστριβές και αστάθεια στην ομαλή ροή των διεθνών σχέσεων.

Και στην Ευρώπη -ιδιαίτερα στην Ελλάδα αλλά και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες- υπήρξε έντονη συζήτηση για το αν θα έπρεπε να προχωρήσει η υπογραφή της συμφωνίας EE-Mercosur. Υπάρχει όμως εδώ σαφής γεωπολιτική διάσταση. Και η γεωπολιτική διάσταση είναι ότι δεν μπορούμε να περιμένουμε κάθε φορά να δούμε τι θα κάνει ο Λευκός Οίκος και απλώς να αντιδρούμε. Το ρήγμα βαθαίνει. Μπορεί να μην οδηγούμαστε σε ολική ρήξη, αλλά η απόσταση μεγαλώνει. Γι’ αυτό και η ευρωπαϊκή απάντηση είναι ότι πρέπει να προχωρήσουμε σε συμφωνίες όπως η Mercosur, που σαφώς δεν αφορά μόνο τα αγροτικά προϊόντα, εκεί όπου στην Ελλάδα και αλλού ξαφνικά «ξυπνήσαμε», αλλά είναι πολύ ευρύτερες.

Η συμφωνία EE-Mercosur είναι σημαντική γιατί μας δίνει ένα «πάτημα» ως Ευρώπη στον λεγόμενο Παγκόσμιο Νότο. Πρόκειται για μία ολιστική εμπορική συμφωνία που καλύπτει τη βιομηχανία, τα αγροτικά προϊόντα, τις επενδύσεις και τις πρώτες ύλες. Γνωρίζουμε ότι χώρες όπως η Βραζιλία και η Αργεντινή διαθέτουν σημαντικές ποσότητες σπάνιων γαιών, οι οποίες είναι απολύτως κρίσιμες για την τεχνολογική ανάπτυξη της Ευρώπης. Δεν μπορούμε να βασιζόμαστε αποκλειστικά στην Κίνα. Αν δεν κινηθούμε εμείς εκεί, θα κινηθεί η Κίνα. Όπως ακριβώς έκρινε και ο Καναδάς ότι το μέλλον των σχέσεών του με τις Ηνωμένες Πολιτείες δεν θα είναι απαραίτητα ομαλό, έτσι και η Ευρώπη πρέπει να αναζητήσει εναλλακτικές αγορές.

Γι’ αυτό βλέπουμε και τις ευρωπαϊκές προσπάθειες για επιτάχυνση των διαδικασιών για συμφωνίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης με μεγάλες χώρες της Ασίας, όπως το Βιετνάμ, αλλά και τις μακροχρόνιες διαπραγματεύσεις με την Ινδία. Όλα αυτά καθοδηγούνται από έναν βασικό παράγοντα: την αβεβαιότητα. Η αβεβαιότητα δεν αφορά μόνο το αίσθημα απογοήτευσης ή ακόμη και προδοσίας που μπορεί να νιώθουν οι σύμμαχοι απέναντι στη συμπεριφορά της Αμερικής. Αφορά κυρίως το γεγονός ότι δεν γνωρίζεις τι άλλο μπορεί να προκύψει αύριο.

Εξίσου εκρηκτικό είναι το κλίμα και στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών, σε πολλαπλά μέτωπα. Πόσο μπορεί να βαρύνουν οι ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου στο πώς θα κινηθεί στη συνέχεια η προεδρία Τραμπ;

Υπάρχει έντονη συζήτηση στις Ηνωμένες Πολιτείες γύρω από δημόσιες παρεμβάσεις και υπαινιγμούς που έχει κάνει ο Ντόναλντ Τραμπ σχετικά με τις εκλογές, όπως σε πρόσφατη συνάντηση με τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι. Εκεί τέθηκε το ζήτημα ότι στην Ουκρανία απαγορεύεται συνταγματικά η διεξαγωγή εκλογών εν καιρώ πολέμου, καθώς ο Ζελένσκι κατηγορείται ότι δεν προχωρά σε εκλογές. Φέρεται μάλιστα ο Τραμπ να σχολίασε ότι αυτό είναι «ενδιαφέρον» και ότι ίσως θα έπρεπε να το σκεφτούν και οι Ηνωμένες Πολιτείες. Έχουν ακολουθήσει και άλλοι υπαινιγμοί εκ μέρους Τραμπ για τις ενδιάμεσες εκλογές, που αποδόθηκαν από τον Λευκό Οίκο ως ότι «αστειευόταν». 

Η ιστορία δείχνει ότι στις Ηνωμένες Πολιτείες οι εκλογές διεξάγονται ακόμη και σε περιόδους πολέμου. Κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου, με πρόεδρο τον Λίνκολν το 1861, έγιναν εκλογές. Το ίδιο συνέβη και στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο οι εκλογές είχαν γίνει πριν από την αμερικανική εμπλοκή το 1941. Το ιστορικό προηγούμενο είναι σαφές, αλλά τέτοιες δηλώσεις δεν παύουν να έχουν πολιτικό βάρος.

Σήμερα βλέπουμε ότι δημοσκοπικά ο Τραμπ πηγαίνει άσχημα, όχι μόνο στο σύνολο του πληθυσμού αλλά και μεταξύ Ρεπουμπλικανών και ανεξάρτητων ψηφοφόρων. Τα ζητήματα που προβάλλει, όπως η μετανάστευση, δεν φαίνεται να αποδίδουν. Οι ενδείξεις δεν δείχνουν ότι θα πάει καλά στις ενδιάμεσες, παρά τις προσπάθειες να ανατραπούν αυτές οι τάσεις, όπως η αναδιαμόρφωση των εκλογικών περιφερειών στο Τέξας και σε άλλες πολιτείες ώστε να ευνοηθούν οι Ρεπουμπλικανοί - βλέπουμε και την αντεπίθεση των Δημοκρατικών, ξεκινώντας από την Καλιφόρνια και ενδεχομένως επεκτεινόμενοι και αλλού.

Με τα σημερινά δεδομένα, υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο τον Νοέμβριο να χαθεί ο έλεγχος της Βουλής των Αντιπροσώπων και ενδεχομένως και της Γερουσίας. Αν συμβεί αυτό, οι Δημοκρατικοί θα μπορούν να μπλοκάρουν νομοθετικές πρωτοβουλίες του Τραμπ, αλλά όχι μόνο αυτό - αν ελέγχεται είτε το ένα είτε και τα δύο Σώματα του Κογκρέσου από τους Δημοκρατικούς θα μπορούσαν και εκείνοι να ξεκινήσουν έρευνες εναντίον του Τραμπ και συνεργατών του. 

Θεωρώ ότι αυτή η εσωτερική πίεση θα μπορούσε να έχει ενδεχομένως κάποια σχέση με τον τρόπο που ο ίδιος θεωρεί ότι θα μπορούσε να ξαναπάρει το πάνω χέρι. Υπό αυτό το πρίσμα, το ζήτημα της Γροιλανδίας αποκτά διαφορετική διάσταση. Στην αρχή πολλοί δεν το θεωρούσαν σοβαρό, αλλά πλέον έχει λάβει χαρακτηριστικά στρατηγικού σχεδίου. Αν υποθετικά οι Ηνωμένες Πολιτείες ενσωμάτωναν τη Γροιλανδία, θα αποκτούσαν ένα από τα μεγαλύτερα νησιά του κόσμου, δεύτερο σε μέγεθος μετά την Αυστραλία, που είναι και ήπειρος, αυξάνοντας σημαντικά την αμερικανική επικράτεια. Αυτό ενδεχομένως θα μπορούσε να έχει και εσωτερικά πολιτικά οφέλη.

Παρόλο που οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η συντριπτική πλειοψηφία των Αμερικανών απορρίπτει τις κινήσεις Τραμπ να «αποκτήσει» τη Γροιλανδία, πολλώ δε μάλλον στρατιωτική δράση

Βεβαίως, οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η πλειοψηφία των Αμερικανών δεν συμφωνεί. Το ερώτημα όμως που θέτουν ορισμένοι είναι μήπως μια κατάσταση έντασης ή ακόμη και πολέμου θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως πρόσχημα για την αναβολή εκλογών. Είναι ένα σενάριο που συζητείται και ως τέτοιο το αναφέρω.

Πέραν αυτού, οι κινήσεις και οι αποφάσεις του Ντόναλντ Τραμπ είναι σίγουρο ότι προκαλούν αβεβαιότητα, όχι μόνο διεθνώς αλλά και στο ίδιο του το επιτελείο.

Διαβάζοντας αναλύσεις, ιδιαίτερα από σοβαρές εφημερίδες όπως οι New York Times και η Washington Post, που διαθέτουν πηγές εντός του Λευκού Οίκου, βλέπουμε ότι ακόμη και την ίδια ημέρα που αποφάσισε να μην δώσει εντολή για αεροπορικές επιθέσεις στο Ιράν, πολλοί στενοί του συνεργάτες πίστευαν ότι τελικά θα το πράξει. Φαινόταν έτοιμος να το κάνει και μετά έκανε πίσω, παρότι του είχαν επισημάνει πως υπήρχαν σοβαροί λόγοι για να μην προχωρήσει. Οι δυνάμεις που θα χρειαζόταν να εμπλακούν δεν ήταν έτοιμες. Είχαν σταλεί αεροπλανοφόρα στη Βενεζουέλα και αλλού, και επιχειρησιακά δεν υπήρχε επάρκεια. Το Ισραήλ φέρεται να του είχε πει να μην το κάνει στην παρούσα φάση. Το ίδιο και σημαντικές αραβικές χώρες. Παρ’ όλα αυτά, φαινόταν διατεθειμένος να προχωρήσει.

Πώς μπορεί να διαχειριστεί η Ευρώπη την πρωτοφανή αυτή αβεβαιότητα που πηγάζει από τις ΗΠΑ παράλληλα με τα μεγάλα εσωτερικά της ζητήματα και πόσο επωφελείται η Άκρα Δεξιά;

Το ζήτημα για την Ευρώπη είναι ακριβώς πώς αντιμετωπίζει την αβεβαιότητα όταν αφορά τον μεγάλο της εταίρο και σύμμαχο τη στιγμή που οι ίδιοι οι Ευρωπαίοι ηγέτες έχουν τα δικά τους εσωτερικά προβλήματα. Εμείς βλέπουμε τη δική μας ελληνική «φούσκα» και το τι συμβαίνει πολιτικά στην Ελλάδα, αλλά νομίζω ότι αυτό επαναλαμβάνεται σχεδόν σε κάθε ευρωπαϊκή χώρα. Οι ηγέτες καλούνται να αντιμετωπίσουν πολιτικές δυνάμεις με εντελώς διαφορετική -όχι μόνο ιδεολογική- προσέγγιση για τα δεδομένα.

Η Βρετανία, δεν είναι πλέον κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά παραμένει μια μεγάλη ευρωπαϊκή χώρα και κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ, και εκεί βλέπουμε τον Νάιτζελ Φάρατζ να έρχεται πρώτος δημοσκοπικά, με μια εντελώς διαφορετική αντίληψη των πραγμάτων. Στη Γερμανία, η AfD αποτελεί σοβαρό κίνδυνο για τον κυβερνητικό συνασπισμό. Στη Γαλλία, εν όψει των προεδρικών εκλογών του 2027, όλα δείχνουν ότι αυτή τη στιγμή ότι ο Ζορντάν Μπαρντελά ενδεχομένως να κερδίσει. 

Όλα αυτά σημαίνουν ότι οι σημερινοί ηγέτες, που μπορούμε να τους κατηγορούμε για ανεπάρκεια και οτιδήποτε άλλο, έχουν να αντιμετωπίσουν και αυτό το εξαιρετικά περίεργο και περίπλοκο πολιτικό σκηνικό στο εσωτερικό των χωρών τους, την ώρα που βρίσκονται παράλληλα αντιμέτωποι και με τον Τραμπ, ο οποίος αλλάζει συνεχώς τους κανόνες του παιχνιδιού.

Υπάρχει μία συμφωνία στο ΝΑΤΟ ότι θα προχωρήσουμε, εντός μιας δεκαετίας, σε δαπάνες της τάξεως του 5% του ΑΕΠ για την άμυνα. Αυτό δεν γίνεται από τη μια μέρα στην άλλη. Πρέπει να πείσεις και τους πολίτες ότι χρειάζεται να ληφθούν δύσκολες αποφάσεις. Ότι κάποιες φορές δεν μπορούμε να τα δώσουμε όλα σε όλους, γιατί πρέπει να ενισχύσουμε την άμυνά μας - μια άμυνα που είχαμε σε μεγάλο βαθμό αδρανοποιήσει, επειδή υπήρχε η αμερικανική ομπρέλα προστασίας. Τώρα όμως αυτή η ομπρέλα δεν θεωρείται δεδομένη. 

Το πρόβλημα είναι ότι τα πολιτικά συστήματα δεν είναι πια τόσο επαρκή, ώστε να γίνεται ουσιαστική συζήτηση και να επιτυγχάνεται ουσιαστική συνεννόηση μεταξύ εκλεγμένων εκπροσώπων των κυβερνητικών δυνάμεων και της αντιπολίτευσης. Να βρεθεί μία πραγματική συναίνεση. Πρέπει οι ίδιες οι πολιτικές δυνάμεις να απευθυνθούν απευθείας στο κοινό τους. Και το κοινό, σε μεγάλο βαθμό, είτε κοιτάζει αλλού, είτε αδιαφορεί, είτε έχει μια εντελώς διαφορετική προσέγγιση. Αυτό με τη σειρά του ενισχύει και βαθαίνει την αβεβαιότητα.

Κίνδυνος διάβρωσης της Ευρώπης εκ των έσω την ώρα που στο εξωτερικό μέτωπο απειλείται από τις ίδιες τις ΗΠΑ η κυριαρχία της Δανίας

Μιλώντας για τη Γροιλανδία και τη Δανία, οφείλουμε να αναλογιστούμε ότι η Δανία είναι η μόνη χώρα της Βόρειας Ευρώπης που συμμετείχε ενεργά στην επέμβαση στο Ιράκ. Συμμετείχε επίσης στην επιχείρηση στο Αφγανιστάν και είχε τις μεγαλύτερες απώλειες, δεύτερη μετά τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Στο ζήτημα της μετανάστευσης δε, η Δανία ακολουθεί μια εξαιρετικά σκληρή πολιτική. Δεν μπορεί η Αμερική να την κατηγορήσει για «χαλαρότητα» ως συνηθίζει. Αντιθέτως, σε πολλά σημεία αποτελεί πρότυπο για τη Δεξιά της Αμερικής και για το κίνημα MAGA, παρότι έχει σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση. Σε πάρα πολλά ζητήματα, η Δανία μοιάζει να έχει ακριβώς τα χαρακτηριστικά μιας χώρας που φαίνεται ότι επιθυμεί η αμερικανική Δεξιά. Κι όμως, είναι αυτή που σήμερα δέχεται αφόρητες πιέσεις από τις Ηνωμένες Πολιτείες να παραδώσει ένα κομμάτι της επικράτειάς της, τη Γροιλανδία, που διαθέτει ειδικό καθεστώς με υψηλό βαθμό αυτονομίας.

Η Δανία έχει δείξει διαχρονικά ότι είναι στενός συνεργάτης, σύμμαχος και εταίρος των Ηνωμένων Πολιτειών. Κι όμως, είναι αυτή που σήμερα πληρώνει το τίμημα. Αυτό που βλέπουμε, λοιπόν, είναι ένα εξαιρετικά περίεργο μείγμα: από τη μία έχεις να αντιμετωπίσεις έναν ηγέτη που συμπεριφέρεται ως ηγεμόνας με όρους σκληρής ισχύος, και από την άλλη έχεις εσωτερικές αβεβαιότητες και πιέσεις μέσα στην ίδια την Ευρώπη για να επανέλθω σε όσα συζητούσαμε νωρίτερα. Η Ευρώπη, τόσο ως Ευρωπαϊκή Ένωση όσο και ευρύτερα, πιέζεται να προχωρήσει μπροστά, να συνεργαστεί περισσότερο. Το βλέπουμε και στον Καναδά, που κινείται με παρόμοιο τρόπο υπό τεράστια πίεση στο εσωτερικό του. 

Σε αυτό το μεγάλο και απρόβλεπτο κεφάλαιο που έχει ανοίξει μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης, πώς καλείται να σταθεί και να ισορροπήσει η Ελλάδα;

Η ελληνική εξωτερική πολιτική, ανεξαρτήτως κυβερνήσεων -και παρόλο που η αντιπολίτευση πάντα καταγγέλλει την κυβέρνηση και η Νέα Δημοκρατία, όταν ήταν αντιπολίτευση, κατήγγελλε τους προηγούμενους- έχει ιστορικά κινηθεί με έναν σταθερό άξονα: λόγω γεωγραφίας και λόγω της τουρκικής απειλής, προσπαθούσε να ισχυροποιήσει τη θέση της τόσο εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και μέσω της σχέσης με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Δεν υπάρχει εναλλακτική από την αμερικανική ομπρέλα ως σταθεροποιητικός παράγοντας ασφάλειας εφόσον η Ευρώπη δεν είναι ακόμη σε θέση να υπερασπιστεί αποτελεσματικά τα συμφέροντά της.

Το μόνο θετικό, αν μπορούμε να το θέσουμε έτσι, είναι ότι τους ίδιους προβληματισμούς έχει και η Τουρκία. Εμείς μπορεί να παρακολουθούμε και να λέμε: «Αν γίνει κάτι στη Γροιλανδία, νομιμοποιείται αυτό που έκανε η Τουρκία στην Κύπρο και μπορεί αύριο να συμβεί σε εμάς», όμως αυτή είναι μία κάπως απλοϊκή προσέγγιση. Η Τουρκία δεν είναι μια υπερδύναμη. Είναι μεγαλύτερη χώρα από την Ελλάδα και έχει φιλοδοξίες να εξελιχθεί σε περιφερειακή δύναμη, ακόμη και παγκόσμιας εμβέλειας, αλλά δεν παύει να λειτουργεί μέσα σε ένα διεθνές σύστημα όπου υπάρχουν πολύ ισχυρότεροι παίκτες: οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ρωσία, η Κίνα που μπορούν να αλλάξουν τους κανόνες του παιχνιδιού.

Η ίδια η Τουρκία προσπαθεί πάντα να ισορροπεί. Η Ρωσία αποτελεί πάντα μια δυνητική απειλή. Υπάρχει αστάθεια στη Συρία, στο Ιράκ, γενικότερα στην ευρύτερη περιοχή. Αν προκύψει και κατάρρευση του καθεστώτος των Αγιατολάχ στο Ιράν, θα έχουμε ακόμη περισσότερη αστάθεια. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, δεν είναι τόσο εύκολο για την Τουρκία να κάνει μία επιθετική ενέργεια σε κάποιο ελληνικό νησί. 

Ο προβληματισμός είναι πολύ πιο σύνθετος. Και αυτό, κατά την άποψή μου, ωθεί και τις δύο πλευρές -τους κ. κ. Μητσοτάκη και Ερντογάν- να συναντηθούν, να καθίσουν στο τραπέζι εκτός απροόπτου. Ακόμη κι αν δεν προχωρήσουμε στα δικά μας διμερή ζητήματα προς επίλυση, που προσωπικά πάντα πιστεύω ότι μπορεί να υπάρξει μία ουσιαστική συνεννόηση, είναι κρίσιμο να υπάρχει διάλογος. Τι σημαίνει η σημερινή αυτή κατάσταση για κάθε χώρα; Πώς την αντιλαμβάνεται η κάθε πλευρά; Αυτή η γενικευμένη αβεβαιότητα δημιουργεί τριγμούς σε όλα τα επίπεδα. Τόσο χώρες όπως η Ρωσία, αλλά και η Τουρκία και άλλες περιφερειακές δυνάμεις, και αυτές βρίσκονται σε φάση αναζήτησης. Προσπαθούν να καταλάβουν τι ακριβώς συμβαίνει.

Θεωρείτε ότι θα μπορούσε πράγματι ο Τραμπ να δώσει τη χαριστική βολή στη διατλαντική σχέση, και όχι μόνο, με μια ενδεχόμενη στρατιωτική κίνηση στη Γροιλανδία;

Ειλικρινά, δεν νομίζω ότι το ξέρει κανείς. Θα ήθελα να πιστέψω ότι δεν θα το κάνει. 

Όπως και στην περίπτωση του Ιράν, όπου εκεί όμως είναι πολύ διαφορετικές συνθήκες. Μια ενδεχόμενη επέμβαση στο Ιράν θα αφορούσε βομβαρδισμούς και δεν θα σήμαινε αποστολή χερσαίων δυνάμεων. Θα ήταν περισσότερο μια προσπάθεια να διευκολυνθεί η κατάρρευση του καθεστώτος. Δεν έστειλε δυνάμεις επί του πεδίου στη Βενεζουέλα ο Τραμπ, δεν θα το έπραττε στο Ιράν που είναι σαφώς πολύ πιο ισχυρό. Παρότι έκανε πίσω αυτή τη φορά, κανείς δεν μπορεί να είναι βέβαιος για το τι θα ακολουθήσει.

Αναμένουμε αύριο και την ομιλία του Αμερικανού προέδρου στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός

Από τη μία ο Ντόναλντ Τραμπ προκαλεί αναταραχές σε όλα τα επίπεδα -όχι μόνο μεταξύ συμμάχων και εταίρων, αλλά συνολικά στο παγκόσμιο γεωπολιτικό σύστημα- και από την άλλη αναμένεται να συνοδεύεται στο Νταβός από αντιπροσωπεία 800 ατόμων, πολλοί εκ των οποίων είναι επιχειρηματίες. Τι είδους συμφωνίες μπορείς να κλείσεις σε τέτοιες συνθήκες, αναρωτιέμαι.

Για παράδειγμα, εμείς επιμένουμε, και ορθώς, ότι θα θέλαμε πάρα πολύ να υλοποιηθεί κάποια στιγμή ο εμπορικός Διάδρομος IMEC. Όμως, την ίδια στιγμή, βλέπουμε ότι οι δύο βασικοί άξονες του Περσικού Κόλπου, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και η Σαουδική Αραβία, έρχονται ολοένα και πιο κοντά σε συγκρουσιακές λογικές μεταξύ τους, λόγω της κατάστασης στην Υεμένη και στη Σομαλία. Έχουν διαφορετικές προσεγγίσεις. Βλέπουμε επίσης ότι μπορεί να ενταχθεί και η Τουρκία στην αμυντική συμφωνία Πακιστάν-Σαουδικής Αραβίας. Αυτό που προσπαθώ να πω είναι ότι χώρες που είχαν επενδύσει μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα σε ευρύτερους στρατηγικούς σχεδιασμούς, αρχίζουν τώρα να τους ξανασκέφτονται.

Και αυτό έχει σημασία, γιατί η Σαουδική Αραβία είναι χώρα του G20, είναι μια σημαντική οικονομία, με εμπορικούς διαδρόμους, ενεργειακή επιρροή και γεωπολιτικό βάρος. Όλα αυτά μπαίνουν ξανά στο μικροσκόπιο: θα ισχύσει αυτό; δεν θα ισχύσει; θα προχωρήσει ή όχι; Και όλα αυτά ακριβώς λόγω της αμερικανικής διοίκησης, που λειτουργεί περισσότερο ως ταραχοποιός κατά κάποιο τρόπο παρά ως δύναμη σταθεροποίησης. Δημιουργεί προκλήσεις, συχνά χωρίς να έχει προηγηθεί καμία ουσιαστική συνεννόηση με κανέναν. 

Τι σκέφτονται Μόσχα και Πεκίνο καθώς δοκιμάζονται οι αντοχές της διατλαντικής σχέσης; Και πώς επηρεάζεται και διασυνδέεται το Ουκρανικό με τη Γροιλανδία;

Όταν δημιουργείται ένα κενό, όταν υπάρχουν ρήγματα, είναι απολύτως λογικό να προσπαθήσουν να τα εκμεταλλευτούν. Η Ουκρανία επηρεάζεται άμεσα και σε βάθος και τα δύο ζητήματα διασυνδέονται ακριβώς επειδή δεν υπάρχει πλέον ένα κοινό, αρραγές μέτωπο.

Ο Τραμπ άλλαξε τα δεδομένα με τις επαμφοτερίζουσες δηλώσεις ότι στηρίζει ή δεν στηρίζει την Ουκρανία ή στηρίζει μόνο εάν οι Ευρωπαίοι αγοράσουν από τις ΗΠΑ οπλικά συστήματα για λογαριασμό του Κιέβου. Εκεί που ήταν υποστηρικτής της ενιαίας δυτικής θέσης υπέρ της Ουκρανίας και της αντίστασής της απέναντι στη ρωσική εισβολή, δηλώνει ότι λειτουργεί ως διαμεσολαβητής. Αυτό σημαίνει ότι η Ουκρανία είναι εκτεθειμένη. Και το γνωρίζουν αυτό τόσο οι Αμερικανοί όσο και, πολύ περισσότερο, η Ρωσία. Γνωρίζουν ότι οι Ευρωπαίοι μόνοι τους δεν μπορούν να κάνουν πάρα πολλά.

Τώρα ο Τραμπ απειλεί τους ίδιους τους Ευρωπαίους με ποινές και δασμούς επειδή αντιστέκονται στις δικές του απόψεις. Όλο αυτό δημιουργεί ένα περιβάλλον προς εκμετάλλευση. Πώς μπορείς να έχεις ένα κοινό μέτωπο με τις Ηνωμένες Πολιτείες να στηρίξεις των αγώνα των Ουκρανών, που αφορά την ίδια την ευρωπαϊκή ασφάλεια, όταν έρχονται οι ΗΠΑ και σου λένε «θέλω κι άλλα»; Και όλα αυτά ενώ υπάρχουν ήδη νομικά και πολιτικά πλαίσια συνεργασίας. Με βάση τη συνθήκη του 1951 μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Δανίας, υπήρχε αμερικανική παρουσία στη Γροιλανδία και, κατόπιν συνεννόησης με τη Δανία, μπορεί να ενισχυθεί.

Στο Ουκρανικό ζήτημα ενώ φαινόταν ότι υπήρχε μια σχετική κινητικότητα, μια προσπάθεια συνεννόησης, το ενδιαφέρον άρχισε να μετατοπίζεται αλλού. Παρόλο που η Ουκρανία επιμένει ότι συνομιλεί σε καθημερινή βάση με τις Ηνωμένες Πολιτείες και έχει «βάλει περισσότερο νερό στο κρασί της», ώστε να βρεθεί μια λύση τουλάχιστον σε επίπεδο συμφωνίας για ζητήματα ασφάλειας και ανοικοδόμησης, ξαφνικά βλέπουμε ότι η προσοχή απομακρύνεται.

Και αυτό παρόλο που έδωσε τελικά ο Τραμπ στον γερουσιαστή Λίντσεϊ Γκράχαμ το «πράσινο φως» να προχωρήσει με το νομοσχέδιο που εδώ και μήνες είχε «παγώσει» στο Κογκρέσο. Πρόκειται για το επόμενο επίπεδο πίεσης προς τη Μόσχα: ότι οποιεσδήποτε τρίτες χώρες εισάγουν ορυκτά καύσιμα από τη Ρωσία θα αντιμετωπίζουν τεράστιους δασμούς. Αυτό σημαίνει ότι θα πληγούν χώρες όπως η Κίνα, η Ινδία, η Τουρκία και άλλες. Το νομοσχέδιο αυτό έχει σχεδόν καθολική στήριξη στη Γερουσία. Ωστόσο, μέχρι πρόσφατα τουλάχιστον ήταν «παγωμένο» με προσωπική παρέμβαση του Τραμπ, ο οποίος είχε ζητήσει από τον Γκράχαμ να μην προχωρήσει. Τώρα έδωσε το «πράσινο φως», αλλά μένει να δούμε σε ποια μορφή θα εφαρμοστεί.

Κλείνοντας, αν σας ζητούσα μια «φωτογραφία της στιγμής», πώς θα περιγράφατε το τώρα; Τι ζούμε αυτή τη στιγμή;

Τεράστια αβεβαιότητα. Αβεβαιότητα ως προς το πού πηγαίνουμε, αλλά και αβεβαιότητα ως προς το αν θα μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε τις προκλήσεις. Είναι διττό το δίλημμα. Από τη μία, η αντίδραση. Από την άλλη, ο πραγματικός σχεδιασμός. Κανονικά πρώτα σχεδιάζεις και μετά αντιδράς. Όμως δεν έχουμε τον χρόνο. Πρέπει να κάνουμε και τα δύο παράλληλα.

Γι’ αυτό μπαίνει τόσο έντονα στο λεξιλόγιό μας η έννοια της ανθεκτικότητας - ήδη από την εποχή της πανδημίας μιλάμε για ανθεκτικές κοινωνίες. Το ερώτημα είναι: πώς θα είμαστε ανθεκτικοί απέναντι σε όσα προκαλεί κυρίως ο Λευκός Οίκος, αλλά και πώς, ταυτόχρονα, θα διαμορφώσουμε μια στρατηγική που θα μας δίνει πραγματική αυτονομία.

Υπήρξε ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο στους Financial Times πριν από λίγες ημέρες, που με βρίσκει σύμφωνο, αναφορικά με τη λεγόμενη «φούσκα των Βρυξελλών». Την ιδέα ότι οι ευρωπαϊκοί μηχανισμοί και οι ευρωκράτες, οι Ευρωπαίοι δημόσιοι υπάλληλοι, συμπεριφέρονται σαν να είναι προστατευμένοι στις Βρυξέλλες, ενώ ο κόσμος γύρω τους αλλάζει ραγδαία. Το ερώτημα είναι αν είναι έτοιμοι και ικανοί να αντιμετωπίσουν αυτές τις προκλήσεις. Δεν χρειάζεται να ξαναχτίσουμε τα πάντα από την αρχή, αλλά σίγουρα πρέπει να αλλάξουμε τον τρόπο που λειτουργούμε. Αντιμετώπιση δεν είναι μόνο ανθεκτικότητα. Είναι και νέες στρατηγικές. 

Σε πολλά ευρωπαϊκά think-tank γίνεται συζήτηση για το πώς θα επιμείνουμε στις αρχές μας, την ώρα που αυτές βάλλονται εκ των έσω λόγω της ανόδου της Ακροδεξιάς, η οποία επηρεάζει πλέον άμεσα κυβερνήσεις και πολιτικές ισορροπίες. Οι αρχές είναι κρίσιμες. Διαφορετικά, οι περισσότερες χώρες -ιδιαίτερα οι μικρές και πολύ μικρές- δεν έχουν καμία προστασία στο διεθνές σύστημα. Χρειαζόμαστε κανόνες και νόρμες, ακόμη κι αν δεν συμφωνούμε όλοι σε όλα.

Ταυτόχρονα, όμως πρέπει να διευρύνουμε το αποτύπωμά μας και την παρουσία μας στον υπόλοιπο κόσμο. Ο λεγόμενος Παγκόσμιος Νότος δεν είναι ενιαίος, αλλά βρίσκεται κι αυτός σε φάση αναζήτησης. Πρέπει να βρούμε πατήματα, να προσαρμοστούμε, να είμαστε έτοιμοι αν αλλάξουν οι εμπορικές ροές ή άλλες βασικές σταθερές, ώστε οι οικονομίες μας να αντέξουν. Ο κόσμος είναι διασυνδεδεμένος.


* Ο Δημήτρης Τριανταφύλλου είναι καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Από το 2010 έως το 2023 διετέλεσε καθηγητής Διεθνών Σχέσεων και διευθυντής του Κέντρου Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Kadir Has της Κωνσταντινούπολης. 

Πηγή: liberal.gr / Ευαγγελία Μπίφη

Ευαγγελία Μπίφη

Tελευταίες Ειδήσεις