Η συνταγματική αναθεώρηση αποτελεί μια από τις κορυφαίες στιγμές της θεσμικής ζωής της χώρας. Δεν πρόκειται απλώς για μια τεχνική διαδικασία τροποποίησης διατάξεων, αλλά για μια πολιτική και αξιακή επιλογή που αποτυπώνει τον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία αντιλαμβάνεται τη λειτουργία της δημοκρατίας και τη σχέση της με την εξουσία.
Το ισχύον Σύνταγμα προβλέπει μια σύνθετη και χρονικά εκτεταμένη διαδικασία αναθεώρησης, ακριβώς για να διασφαλίζεται η θεσμική σταθερότητα: η πρώτη Βουλή διαπιστώνει την ανάγκη αναθεώρησης συγκεκριμένων διατάξεων με αυξημένη πλειοψηφία και η επόμενη, η λεγόμενη αναθεωρητική Βουλή, καλείται να τις αναθεωρήσει οριστικά. Η διπλή αυτή κοινοβουλευτική φάση λειτουργεί ως φίλτρο ωριμότητας και πολιτικής συναίνεσης.
Στο πλαίσιο αυτό, κάθε πρόταση που εισάγεται προς αναθεώρηση οφείλει να απαντά σε διαχρονικές παθογένειες του πολιτικού συστήματος και να στοχεύει σε ουσιαστική βελτίωση της δημοκρατικής λειτουργίας.
Μία τέτοια πρόταση, η οποία εδώ και δεκαετίες συζητείται χωρίς ποτέ να λαμβάνει συνταγματική μορφή, είναι η καθιέρωση του ασυμβιβάστου μεταξύ της ιδιότητας του βουλευτή και του υπουργού.
Η απουσία ασυμβιβάστου έχει διαμορφώσει ένα ιδιότυπο μοντέλο άσκησης εξουσίας, στο οποίο ο ίδιος πολιτικός καλείται να υπηρετήσει ταυτόχρονα δύο διαφορετικούς και ενίοτε αντικρουόμενους ρόλους. Από τη μία, ο βουλευτής οφείλει να ελέγχει την εκτελεστική εξουσία, να ασκεί κοινοβουλευτικό έλεγχο και να εκπροσωπεί το εκλογικό σώμα. Από την άλλη, ως υπουργός, αποτελεί μέρος της εκτελεστικής εξουσίας και καλείται να υλοποιεί κυβερνητικές πολιτικές, συχνά υπό συνθήκες κομματικής πειθαρχίας. Η σύγκρουση ρόλων είναι προφανής και δομική.
Στην πράξη, το μοντέλο αυτό έχει οδηγήσει σε σειρά παθογενειών. Ο κοινοβουλευτικός έλεγχος αποδυναμώνεται, καθώς οι υπουργοί-βουλευτές ελέγχουν, σε τελική ανάλυση, τον ίδιο τους τον εαυτό ή συναδέλφους τους με τους οποίους συνυπάρχουν στο κυβερνητικό σχήμα.
Η Βουλή μετατρέπεται συχνά σε χώρο επικύρωσης κυβερνητικών επιλογών, αντί για πεδίο ουσιαστικής συζήτησης και λογοδοσίας.
Παράλληλα, η υπερσυγκέντρωση εξουσίας στα ίδια πρόσωπα ενισχύει φαινόμενα πελατειακών σχέσεων, καθώς ο υπουργός-βουλευτής διατηρεί άμεση σύνδεση με την εκλογική του περιφέρεια και μπορεί να χρησιμοποιεί την κυβερνητική του θέση ως μέσο πολιτικής επιρροής.
Η καθιέρωση ασυμβιβάστου θα συνιστούσε μια καθαρή θεσμική τομή. Θα διαχώριζε με σαφήνεια τη νομοθετική από την εκτελεστική λειτουργία, ενισχύοντας τον ρόλο της Βουλής ως ανεξάρτητου και ουσιαστικού ελεγκτικού οργάνου. Θα επέτρεπε, επίσης, τη συγκρότηση κυβερνήσεων με πρόσωπα που θα κρίνονται πρωτίστως για την τεχνοκρατική επάρκεια και τη διοικητική τους ικανότητα, και όχι για την εκλογική τους ισχύ.
Η μη πρόταση του ασυμβιβάστου στην επόμενη συνταγματική αναθεώρηση θα αποτελούσε μια μεγάλη και δύσκολα δικαιολογήσιμη παράλειψη.
Σε μια περίοδο κατά την οποία η εμπιστοσύνη των πολιτών προς το πολιτικό σύστημα βρίσκεται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, η άρνηση υιοθέτησης μιας τόσο αυτονόητης μεταρρύθμισης θα εξέπεμπε το μήνυμα αδράνειας και αυτοσυντήρησης του πολιτικού προσωπικού.
Αντίθετα, η θεσμοθέτησή του θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ουσιαστική ανανέωση της σχέσης μεταξύ εκλογικού σώματος και πολιτικής εξουσίας, δείχνοντας ότι το σύστημα είναι διατεθειμένο να αυτοπεριοριστεί προς όφελος της διαφάνειας και της λογοδοσίας.
Αναμφίβολα, μια τέτοια πρόταση θα προκαλέσει αντιδράσεις και θα φέρει σε θέση άμυνας πολιτικές δυνάμεις, συμπεριλαμβανομένου και του κόμματος της Νέας Δημοκρατίας, το οποίο παραδοσιακά υποστηρίζει το υφιστάμενο μοντέλο. Ωστόσο, οι μεγάλες θεσμικές τομές δεν επιτυγχάνονται χωρίς πολιτικό κόστος.
Η ανάληψη του ρίσκου της σύγκρουσης αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για κάθε μεταρρύθμιση που φιλοδοξεί να αλλάξει πραγματικά τους όρους λειτουργίας του πολιτικού συστήματος.
Η συνταγματική καθιέρωση του ασυμβιβάστου βουλευτή και υπουργού δεν είναι μια ιδεολογική εμμονή ούτε μια συγκυριακή επιλογή. Είναι μια ώριμη, αναγκαία και βαθιά δημοκρατική μεταρρύθμιση.
Αν η κυβερνητική πλειοψηφία θέλει η επόμενη αναθεώρηση που επιχειρείται να αφήσει ουσιαστικό αποτύπωμα, οφείλει να την περιλάβει. Διαφορετικά, θα χαθεί μια ακόμη ευκαιρία να γεφυρωθεί το χάσμα εμπιστοσύνης ανάμεσα στους πολίτες και την πολιτική εξουσία.
*Ο κ. Σταύρος Γκουγκουλούδης είναι δικηγόρος









