Οι εικόνες αυτές λειτουργούν ως οπτικά τεκμήρια μιας πόλης σε μεταμόρφωση, αλλά και ως ίχνη επικοινωνίας των ανθρώπων που τις έστελναν ή τις παραλάμβαναν. Στη μία πλευρά εμφανίζεται το τοπίο -- δρόμοι, λιμάνια, πλατείες, ξενοδοχεία, αγορές. Στην άλλη, σύντομα μηνύματα ανθρώπων που πέρασαν από την πόλη ή έζησαν σε αυτήν. Μαζί σχηματίζουν ένα αρχείο καθημερινής ζωής και οπτικής μνήμης.
Γάλλοι στρατιώτες του Μακεδονικού Μετώπου, Εβραίοι της πόλης, Αθηναίοι εκδρομείς, μετανάστες στην Αμερική ή τουρίστες που ήρθαν για λίγες ημέρες κι έστειλαν καρτ ποστάλ σε συγγενείς και φίλους καταγράφουν με τα σύντομα κείμενά τους στιγμές ταξιδιού, καθημερινές εντυπώσεις ή απλές ειδήσεις από τη ζωή τους. Οι «φωνές» τους, συγκεντρωμένες, σχηματίζουν μια εν εξελίξει ταυτότητα της πόλης. Η παρουσίαση του βιβλίου θα γίνει σήμερα Σάββατο 14 Μαρτίου 2026, στις 19.00 στον χώρο της Beetroot (Συγγρού 8) στο πλαίσιο των παράλληλων εκδηλώσεων του 28ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης.
Το βιβλίο, 352 σελίδων, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αντίποδες. Οι καρτ ποστάλ είναι οργανωμένες σε τέσσερις ενότητες, ανάλογα με την τεχνολογία εκτύπωσης κάθε περιόδου: από τις πρώιμες χρωμολιθογραφίες και τις εικόνες σε σέπια έως την τετραχρωμία των δεκαετιών του ’60 και του ’70. Η εξέλιξη της τυπογραφίας λειτουργεί ως άξονας αφήγησης, συνδέοντας την ιστορία της εικόνας με την κοινωνική ιστορία της Θεσσαλονίκης.

Το εξώφυλλο του βιβλίου «Σαλονίκη»
Τεκμήριο επικοινωνίας
Ο Γιάννης Καρλόπουλος, γραφίστας με μακρά πορεία στον χώρο των εκδόσεων και της οπτικής ταυτότητας, από τον Δημοσιογραφικό Οργανισμό Λαμπράκη έως πολυάριθμες συνεργασίες με ιδρύματα και πολιτιστικούς οργανισμούς, έχει συμμετάσχει σε πρωτοβουλίες που συνδέουν τον σχεδιασμό με την έρευνα και την αρχειακή σκέψη, όπως η Ελληνική Ψηφιακή Τυποθήκη και το φωτογραφικό πρακτορείο fosphotos. Η δουλειά του κινείται συστηματικά γύρω από τη σχέση εικόνας, γραφής και δημόσιου χώρου της επικοινωνίας, ένα ενδιαφέρον που αποτυπώνεται και στο βιβλίο «Σαλονίκη», όπου η ματιά του σχεδιαστή συναντά την έρευνα πάνω στην οπτική μνήμη μιας πόλης.

Γιάννης Καρλόπουλος
Ο ίδιος βλέπει την καρτ ποστάλ ως ένα υλικό τεκμήριο επικοινωνίας, κάτι σαν πρόδρομο των σημερινών κοινωνικών δικτύων. Όταν άρχισε να συλλέγει καρτ ποστάλ το ενδιαφέρον του στρεφόταν κυρίως στα τουριστικά έντυπα και στις κάρτες της δεκαετίας του 1960, μια περίοδο κατά την οποία η Ελλάδα άρχισε να προβάλλεται συστηματικά ως τουριστικός προορισμός. «Μάζευα καρτ ποστάλ κυρίως από το 1960 και μετά, από την Ελλάδα γενικότερα, τουριστικά έντυπα και έντυπα του ΕΟΤ», εξηγεί. «Με ενδιέφεραν πολύ κάποιοι σχεδιαστές που έκαναν τη μεγάλη καμπάνια της δεκαετίας του ’60, αλλά και ζωγράφοι που συμμετείχαν σε αυτή τη διαδικασία. Η Ελλάδα τότε άρχισε να παρουσιάζεται στρατηγικά προς τα έξω ως προορισμός. Υπήρχε μια συγκεκριμένη επιλογή της διοίκησης και μέσα σε αυτό το πλαίσιο χτίστηκαν τα Ξενία και αναπτύχθηκε η τουριστική εικόνα της χώρας».
Καρτ ποστάλ:Το... Facebook της εποχής

Η περίοδος αυτή συμπίπτει με μια σημαντική τεχνολογική αλλαγή. Η τετραχρωμία στην εκτύπωση επέτρεψε την παραγωγή καρτ ποστάλ στην Ελλάδα με ποιότητα που μέχρι τότε δεν υπήρχε. Ο κ. Καρλόπουλος επισημαίνει: «Μετά τον πόλεμο η τεχνολογία της εκτύπωσης εξελίχθηκε και βοήθησε πολύ την τετραχρωμία. Αυτό σήμαινε ότι μπορούσαμε πλέον να τυπώνουμε καρτ ποστάλ στην Ελλάδα. Για μένα αυτό έχει και επαγγελματικό ενδιαφέρον, επειδή ασχολούμαι με τον σχεδιασμό και την εικόνα. Με ενδιαφέρει πολύ η εικόνα της Ελλάδας μέσα από τα μάτια των ξένων, των νεότερων περιηγητών. Η αφετηρία βρίσκεται στο Grand Tour. Τον 19ο αιώνα φοιτητές κλασικών σπουδών από την Αγγλία και τη Γαλλία ταξίδευαν στην Ευρώπη για να γνωρίσουν τους αρχαίους τόπους. Ήταν ένα ταξίδι που απαιτούσε μεγάλη οικονομική δυνατότητα. Η καρτ ποστάλ βρίσκεται σχεδόν στον αντίποδα αυτού του πράγματος. Είναι το πιο απλό και προσιτό αντικείμενο. Μπορούσε να ταξιδέψει ο καθένας και να στείλει μια εικόνα από τον τόπο όπου βρισκόταν. Οι καρτ ποστάλ ήταν το Facebook της εποχής. Ένας άνθρωπος μπορούσε να στείλει μια εικόνα από το μέρος όπου βρισκόταν και να γράψει δύο γραμμές για τη ζωή του εκείνη τη στιγμή».
Η ιδέα για αυτή τη συστηματική καταγραφή ξεκίνησε το 2012, όταν η Θεσσαλονίκη συμπλήρωνε εκατό χρόνια από την απελευθέρωση. Ο Γιάννης Καρλόπουλος, ήδη συλλέκτης έντυπου υλικού και καρτ ποστάλ, άρχισε τότε να αναζητά πιο οργανωμένα παλιές κάρτες της πόλης, επεκτείνοντας τη συλλογή του προς τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Από εκείνη τη διαδικασία συγκροτήθηκε σταδιακά το αρχείο που παρουσιάζεται στο βιβλίο.
«Η αφορμή ήταν τα εκατό χρόνια από το 1912. Εκείνη τη χρονιά άρχισα να σκέφτομαι πιο σοβαρά την πόλη. Υπήρχαν δύο πράγματα που με απασχολούσαν. Το ένα ήταν η λέξη “απελευθέρωση”. Κάπου σκάλωσα με αυτή τη λέξη και τελικά την έβαλα σε εισαγωγικά. Το άλλο ήταν ότι η Θεσσαλονίκη παρουσιαζόταν συχνά ως μια πόλη με ιστορία δυόμισι χιλιάδων χρόνων, αλλά η συζήτηση γύρω από το 1912 συχνά έκλεινε μέσα σε μια στενή αφήγηση», εξηγεί. «Είχα ήδη κάποιες κάρτες, αλλά άρχισα να ψάχνω πιο οργανωμένα για προπολεμικές καρτ ποστάλ. Αυτές είναι πιο δύσκολες και πιο ακριβές. Το βιβλίο ξεκινά από εκείνη τη στιγμή και παρακολουθεί την πόλη μέσα από τις αλλαγές της τεχνολογίας της εικόνας».

Η τεχνολογία ως τρόπος αφήγησης
Το «Σαλονίκη» χωρίζεται σε τέσσερις ενότητες, καθεμία από τις οποίες αντιστοιχεί σε μια τεχνολογία εκτύπωσης. «Η διάκριση των ενοτήτων προέκυψε από την τεχνολογία αναπαραγωγής της εικόνας. Δεν ακολούθησα τα ιστορικά γεγονότα. Με ενδιέφερε περισσότερο η εξέλιξη της εκτύπωσης. Από τις χρωμολιθογραφίες και τις σέπιες φτάνουμε στις τετραχρωμίες των δεκαετιών του ’60 και του ’70», επισημαίνει.
Η αλλαγή της τεχνολογίας αλλάζει και την εικόνα της πόλης. «Όταν βλέπουμε παλιές φωτογραφίες, συχνά πιστεύουμε ότι τότε ο κόσμος ζούσε μέσα σε μια σέπια. Σαν να ήταν ο ουρανός γκρι και η ζωή ασπρόμαυρη. Αυτό είναι μια ψευδαίσθηση της τεχνολογίας. Ο ουρανός ήταν πάντα γαλάζιος και τα ηλιοβασιλέματα είχαν πάντα χρώμα. Η σέπια είναι αποτέλεσμα της τεχνικής της εκτύπωσης».
Πέρα από τις εικόνες, ο Γιάννης Καρλόπουλος ενδιαφέρεται και για τα κείμενα που γράφτηκαν στις καρτ ποστάλ. «Με ενδιαφέρει αυτό που ονομάζω αρχαιολογία της επικοινωνίας. Δηλαδή τα ίχνη που αφήνουν οι άνθρωποι πίσω τους. Οι καρτ ποστάλ έχουν δύο πλευρές, το recto και το verso. Η μία δείχνει την εικόνα της πόλης και η άλλη δείχνει τον τρόπο που γράφουν οι άνθρωποι», σημειώνει. «Οι κάρτες λειτουργούν έτσι ως τεκμήρια καθημερινής ζωής. Σε πολλές περιπτώσεις βλέπεις τον τρόπο που απευθύνονται οι αποστολείς στους γονείς τους ή στους φίλους τους. Γράφουν στον πατέρα τους στον πληθυντικό. Περιγράφουν απλά πράγματα από τις διακοπές τους. Υπάρχει μια αβίαστη επικοινωνία. Οι άνθρωποι θέλουν απλώς να πουν ότι βρίσκονται σε έναν τόπο και να μοιραστούν αυτή τη στιγμή. Στην ουσία ενώνω τις φωνές ανθρώπων που μιλούν για το ίδιο μέρος. Εμείς διαβάζουμε σήμερα αυτά τα κείμενα και βλέπουμε ότι οι εποχές έχουν κάποια κοινά στοιχεία».

Η ανάγνωση του παρελθόντος αποτελεί για τον συγγραφέα του βιβλίου μια σύνθετη διαδικασία. «Πιστεύω ότι η νοσταλγία είναι μια νέα αποικιοκρατία του παρελθόντος. Η συνεχής αναπόληση μπορεί να σε κρατήσει δέσμιο μιας εικόνας που δεν υπάρχει πια. Η μνήμη είναι κάτι διαφορετικό. Η μνήμη βοηθά να καταλάβουμε πώς λειτουργούσαν οι άνθρωποι, πώς έγραφαν, πώς επικοινωνούσαν».
Η Θεσσαλονίκη, όπως λέει, συχνά αντιμετωπίζει αυτή την παγίδα της εξιδανίκευσης. «Πολλοί έχουν ωραιοποιήσει το παρελθόν κι αυτή η στάση παγίδευσε την πόλη για δεκαετίες. Τον τελευταίο καιρό βλέπω κάποια αλλαγή. Η πόλη αποκτά σιγά σιγά πιο μητροπολιτικά χαρακτηριστικά. Τον περασμένο Νοέμβριο που βρέθηκα πάλι στη Θεσσαλονίκη για το Φεστιβάλ Κινηματογράφου είδα κάτι που μου έδωσε μια μικρή ανακούφιση. Καινούργια λεωφορεία, νεαρό κόσμο να κινείται με κάρτες μετακίνησης, το μετρό γεμάτο, μια διαφορετική αίσθηση στον δρόμο. Υπάρχει μια υπόσχεση ότι η πόλη μπορεί να κινηθεί προς τα εμπρός».
Το μέλλον των τεκμηρίων

Η καρτ ποστάλ λειτουργεί στο βιβλίο και ως αφετηρία για μια συζήτηση γύρω από τα σημερινά μέσα επικοινωνίας. «Η καρτ ποστάλ ως διαδικασία υπάρχει ακόμη. Υπάρχει στα social media. Κάθε μέρα ανεβαίνουν εκατομμύρια εικόνες. Η διαφορά είναι ότι οι καρτ ποστάλ ήταν ένα υλικό τεκμήριο. Σήμερα υπάρχουν δισεκατομμύρια εικόνες αποθηκευμένες σε servers. Κανείς δεν γνωρίζει ποια από αυτά τα αρχεία θα αποτελέσουν μαρτυρία για το μέλλον, πώς θα χρησιμοποιηθούν από τις επόμενες γενιές».
Το «Σαλονίκη» αποτελεί το πρώτο βιβλίο μιας ευρύτερης εκδοτικής ιδέας. Ο Γιάννης Καρλόπουλος δημιούργησε την εκδοτική ετικέτα «Φωταγωγός», η οποία εντάχθηκε το 2025 στις εκδόσεις Αντίποδες. Ο ίδιος λέει: «Συνήθως όταν κάνω ένα βιβλίο σκέφτομαι και τα επόμενα δύο. Με ενδιαφέρει να δημιουργείται μια οντότητα, ένα σύνολο. Η σειρά Φωταγωγός θα περιλαμβάνει βιβλία που συνδυάζουν εικόνα και κείμενο. Με ενδιαφέρει η σχέση της επικοινωνίας με τον τόπο. Για να γίνει ένα τέτοιο βιβλίο χρειάζονται τρία στοιχεία: οπτικό υλικό, μια ιστορία επικοινωνίας και ένα κείμενο που μπορεί να λειτουργήσει ως σχόλιο πάνω σε αυτό το υλικό».
Η εκδήλωση
Παρουσίαση βιβλίου «Σαλονίκη» του Γιάννη Καρλόπουλου
Σάββατο 14 Μαρτίου // 19:00 // Beetroot (Συγγρού 8)
Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αντίποδες και η παρουσίασή του γίνεται στο πλαίσιο της σειράς Tiny Talks της Beetroot.
Ελεύθερη είσοδος.





