Από τη στιγμή, λοιπόν, που ο Πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, άνοιξε τη συγκεκριμένη συζήτηση, θέτοντας στο επίκεντρο συγκεκριμένα άρθρα και οριοθετώντας το πλαίσιο εντός του οποίου θα διεξαχθεί ο δημόσιος διάλογος, αναπόφευκτα το βάρος μεταφέρεται στα κόμματα της αντιπολίτευσης.
Το γιατί είναι προφανές, αφού το διακύβευμα της πρωτοβουλίας που ανέλαβε η κυβέρνηση είναι αν το πολιτικό σύστημα θα αξιοποιήσει τη Συνταγματική Αναθεώρηση ως ευκαιρία επανεκκίνησης του κράτους ή αν η αντιπολίτευση θα την υπονομεύσει, μετατρέποντάς την σε χαμένη ιστορική ευκαιρία για την ποιότητα της δημοκρατίας και την κατεύθυνση της χώρας τις επόμενες δεκαετίες. Και αυτό δεν είναι μια λεκτική υπερβολή αλλά ο πυρήνας μιας κορυφαίας κοινοβουλευτικής διαδικασίας που υπερβαίνει τις τρέχουσες συγκυρίες, αγγίζοντας τον πυρήνα της δημοκρατικής ευθύνης.
Από τα εύκολα συνθήματα στις δύσκολες αποφάσεις
Σε αυτό το πλαίσιο ο Πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, βάζει δύσκολα στην αντιπολίτευση, ακριβώς επειδή μετατοπίζει τη συζήτηση από τα εύκολα συνθήματα στις δύσκολες αποφάσεις. Μοιραία, όσοι αποφύγουν να κοιτάξουν κατάματα τα πραγματικά διλήμματα της Αναθεώρησης θα κριθούν από τους πολίτες όχι μόνο για τη στάση του στο παρόν, αλλά και για το αν διαθέτουν καθαρές θέσεις, πολιτικό θάρρος, αλλά και την πολιτική επάρκεια να σταθούν στο ύψος της ιστορικής ευθύνης.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, από τη στιγμή που ανέλαβε την πρωτοβουλία να θίξει θέματα που για δεκαετίες θεωρούνταν «απαγορευμένα» κάνει μια στοχευμένη πολιτική επιλογή. Μεταφέρει συνειδητά το πεδίο της αντιπαράθεσης από τη διαχείριση της καθημερινότητας στον τρόπο λειτουργίας του κράτους. Αναμετριέται με χρόνιες παθογένειες γνωρίζοντας ότι αυτή η σύγκρουση χαράσσει διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στη Νέα Δημοκρατία και τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Προφανώς αυτή η επιλογή θα αξιολογηθεί από την κοινωνία, η οποία με τη σειρά της θα δείξει αν διαθέτει την ωριμότητα να αφήσει πίσω της φοβικά σύνδρομα του παρελθόντος και να απαντήσει με πειστικό τρόποστο πώς θα λειτουργήσει πιο αποτελεσματικά το κράτος, πώς θα ενισχυθεί η εμπιστοσύνητων πολιτών στους θεσμούς, αλλά και στο πώς θα αποφευχθούν τα λάθη που οδήγησαν τη χώρα σε αλλεπάλληλες κρίσεις.
Η έννοια του «προοδευτικού» δοκιμάζεται στην πράξη
Και εδώ μπαίνει μια κρίσιμη παράμετρος. Για παράδειγμα η αναθεώρηση του άρθρου 86 περί ευθύνης υπουργών, η αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων και η υπό προϋποθέσεις άρση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων, η άρση του κρατικού μονοπωλίου στην ανώτατη εκπαίδευση και ο τρόπος επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης συνιστούν πεδία όπου η έννοια του «προοδευτικού» δοκιμάζεται στην πράξη. Διότι προοδευτικότητα δεν είναι η διαρκής επίκληση ιδεολογικών ταμπού του παρελθόντος, αλλά η τόλμη των μεταρρυθμίσεων, η ενίσχυση του βαθμού της θεσμικής αξιοπιστίας και η προσαρμογή του Συντάγματος στις προκλήσεις του 21ου αιώνα.
Πώς μπορεί, για παράδειγμα, η αντιπολίτευση να απορρίψει με πειστικά επιχειρήματα την αναθεώρηση του άρθρου 86, όταν επί χρόνια καταγγέλλει το υφιστάμενο νομικό καθεστώς ως πηγή ατιμωρησίας των υπουργών; Πώς μπορεί να αρνηθεί τη συζήτηση για την αξιολόγηση στο Δημόσιο, χωρίς να υπερασπίζεται εμμέσως τις παθογένειες του βαθέως κράτους; Και πώς μπορεί να αυτοπροσδιορίζεται ως «προοδευτική», όταν κλείνει τα μάτια μπροστά σε μεταρρυθμίσεις που ενισχύουν τη λογοδοσία, τη διαφάνεια και την αποτελεσματικότητα των θεσμών; Μοιραία, λοιπόν, η Συνταγματική Αναθεώρηση μετατρέπεται σε πεδίο πολιτικής αξιολόγησης των πάντων.
Η πολιτική διάσταση της Συνταγματικής Αναθεώρησης
Ως εκ τούτου δεν έχει μόνο θεσμική διάσταση αλλά και βαθιά πολιτική. Το τόνισε, εξάλλου, ο ίδιος ο πρωθυπουργός στη χθεσινοβραδινή τηλεοπτική συνέντευξη, όπου ξεκαθάρισε ότι το δίλημμα στις εθνικές εκλογές του 2027 δεν θα είναι «Μητσοτάκης ή χάος», αλλά Μητσοτάκης ή Νίκος Ανδρουλάκης ή Ζωή Κωνσταντοπούλου ή Κυριάκος Βελόπουλος ή Σωκράτης Φάμελλος για Πρωθυπουργός. Αυτό το δίλημμα συνδέεται άρρηκτα με τη στάση που θα τηρήσει κάθε κόμμα απέναντι στη Συνταγματική Αναθεώρηση.
Διότι ο εκσυγχρονισμός του καταστατικού χάρτη της χώρας είναι μια πράξη ευθύνης με μακροπρόθεσμες συνέπειες. Έτσι, το πολιτικό ζητούμενο δεν περιορίζεται μονάχα στο ποιες και πόσες διατάξεις θα αλλάξουν, αλλά ποιοι μπορούν –και κατ’ επέκταση ποιοι δεν μπορούν– να σηκώσουν το βάρος της ευθύνης που συνοδεύει μια τέτοια ιστορική επιλογή.Σε τελική ανάλυση, η Συνταγματική Αναθεώρηση λειτουργεί ως πρόκριμα της ευρύτερης πολιτικής σύγκρισης αρχών, θέσεων και προγραμμάτων που θα ακολουθήσει το 2027. Όχι μόνο ανάμεσα σε πρόσωπα, αλλά ανάμεσα σε αντιλήψεις και νοοτροπίες για τη διακυβέρνηση, τη λειτουργία των θεσμών και τη θέση της χώρας στον σύγχρονο κόσμο.









