Από τις εσωτερικές πολιτικές ισορροπίες και το ενδεχόμενο συνεργασιών, μέχρι τα εθνικά θέματα, τις ελληνοτουρκικές σχέσεις και τις μεγάλες γεωπολιτικές ανακατατάξεις, σε συνέντευξή του στο Action 24 αποτυπώνει το πολιτικό κλίμα της συγκυρίας και τις γραμμές αντιπαράθεσης που θα καθορίσουν την επόμενη ημέρα.
«Καταρχάς, προφανώς θα ακούσουμε τις προτάσεις και από μόνο του το Σύνταγμα και η διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης είναι η κοινοβουλευτική διαδικασία που απαιτεί τις περισσότερες υπερβάσεις από όλους. Αν δεν υπάρχει μία ουσιαστική συναίνεση, δεν πρόκειται να έχουμε και μία επί της ουσίας αναθεώρηση του Συντάγματος και το κυριότερο: Να επιτευχθεί ο στόχος να έχουμε ένα Σύνταγμα, το οποίο να κοιτάει στο μέλλον και όχι να είναι κολλημένο στο παρελθόν. Υπάρχει προηγούμενο εκ των τεσσάρων συνταγματικών αναθεωρήσεων. Η πιο πρόσφατη, όπου υπήρξε μια πολύ σημαντική συναίνεση και μια ουσιαστική αναθεώρηση πολλών άρθρων ήταν το 2001. Κορυφώθηκε το 2001. Τότε που ήταν κυβέρνηση το ΠΑΣΟΚ και είχε προτείνει μια σειρά από άρθρα και σε ένα κλίμα συναίνεσης η τότε αντιπολίτευση της Νέας Δημοκρατίας προχώρησε και αυτή στην αναθεώρηση σημαντικών άρθρων. Υπάρχει ένα αντι-παράδειγμα. Η επόμενη από αυτή τη συνταγματική αναθεώρηση, που τελείωσε το 2008 με την τότε -πολύ επιζήμια για τη χώρα- κυβίστηση του ΠΑΣΟΚ για το άρθρο 16, όπου στην πραγματικότητα δεν έγιναν όλα όσα αρχικά είχαν σχεδιαστεί. Η ιστορία, λοιπόν, δείχνει το δρόμο. Θεωρώ ότι έχουμε φτάσει σε ένα σημείο, όπου δεν έχουμε άλλη επιλογή συνολικά ως πολιτικό σύστημα. Πρέπει να κοιτάξουμε πολύ παραπάνω κάποια θέματα. Έβαλε κάποια ζητήματα ο πρωθυπουργός. Είμαστε εδώ για να τα συζητήσουμε, για αυτό και ανοίγει έτσι ο διάλογος», επισημαίνει ο κ. Μαρινάκης.
Αναγνωρίζοντας ότι η προεκλογική περίοδος χαρακτηρίζεται από έντονη πόλωση και τοξικότητα ο κυβερνητικός εκπρόσωπος επισημαίνει ότι η ευθύνη για την επιτυχία ή την αποτυχία της συνταγματικής αναθεώρησης ανήκει σε όλο το πολιτικό σύστημα. Κατηγορεί την αντιπολίτευση ότι επιλέγει τη στρατηγική της άρνησης, του τοξικού λόγου και της εργαλειοποίησης τραγικών γεγονότων αντί να παρουσιάζει ουσιαστικές εναλλακτικές προτάσεις, τακτική που -όπως λέει- δεν της έχει αποφέρει πολιτικά οφέλη. Τονίζει ότι η παρούσα συγκυρία αποτελεί μοναδική ευκαιρία για τη συνταγματική αναθεώρηση και ότι όλοι θα κριθούν ιστορικά για τη στάση τους. Δηλώνει συγκρατημένα αισιόδοξος πως το ΠΑΣΟΚ, παρά τις εσωτερικές του διαφοροποιήσεις, μπορεί να επιδείξει συναινετική στάση, υπενθυμίζοντας ότι στο παρελθόν Νέα Δημοκρατία και ΠΑΣΟΚ συνεργάστηκαν σε κρίσιμες στιγμές για να παραμείνει η χώρα στην Ευρώπη, γεγονός που άνοιξε τον δρόμο για μετέπειτα θετικές εξελίξεις. «Το Σύνταγμα αλλάζει, αν αναθεωρηθεί σωστά, είναι τα θεμέλια, γιατί χρειάζονται και οι εκτελεστικοί νόμοι σε συνέχεια, για να αλλάξει προς το καλύτερο η ζωή των πολιτών, ο τρόπος διακυβέρνησης της χώρας. Πιστεύω ότι το ΠΑΣΟΚ, αν κοιτάξει λίγο στην ιστορία του, με τις πολύ μεγάλες πολιτικές διαφορές που έχουμε, μπορεί να έχει μια πιο συναινετική στάση και είμαι συγκρατημένα αισιόδοξος για αυτό», τονίζει.
Σε ερώτηση σχετικά με το αν η ΝΔ θα απευθυνθεί στο ΠΑΣΟΚ εάν δεν καταφέρει να αποκτήσει την πολυπόθητη αυτοδυναμία ο κ. Μαρινάκης σημειώνει ότι απομένει περίπου ένας χρόνος έως τις εκλογές, διάστημα που θα καθορίσει την αφετηρία κάθε κόμματος. Θέτει ως στρατηγικό και εφικτό στόχο της Νέας Δημοκρατίας την αυτοδυναμία, υποστηρίζοντας ότι η κυβέρνηση έχει απτό έργο να παρουσιάσει, όπως αυξήσεις μισθών, δημιουργία θέσεων εργασίας, σημαντική μείωση της ανεργίας -ιδίως των νέων- καθώς και επιτυχημένες επιλογές στην εξωτερική και ενεργειακή πολιτική. Τονίζει ότι η αυτοδυναμία αποτελεί το μόνο ρεαλιστικό σενάριο για τη διατήρηση της σταθερότητας και της προόδου, χωρίς να υιοθετεί λογικές «χάους» σε αντίθετη περίπτωση. Διευκρινίζει ότι, αν οι πολίτες αποφασίσουν διαφορετικά, η κυβέρνηση έχει συνταγματική υποχρέωση να αναζητήσει εναλλακτικό τρόπο διακυβέρνησης, με μοναδικό δυνητικό συνομιλητή το ΠΑΣΟΚ. Ωστόσο, εκτιμά ότι το ΠΑΣΟΚ του Νίκου Ανδρουλάκη έχει αποκλείσει εκ των προτέρων οποιαδήποτε συνεργασία με τη Νέα Δημοκρατία και επιλέγει τη σύμπλευση με άλλες αντιπολιτευτικές δυνάμεις, γεγονός που καθιστά τη συνεργασία εξαιρετικά δύσκολη και ενισχύει, κατά τον ίδιο, την αυτοδυναμία ως μονόδρομο.
Στη συνέχεια ο κ. Μαρινάκης τονίζει ότι, παρά τη διεθνή γεωπολιτική αστάθεια, η Ελλάδα ενισχύει τον ρόλο της ως στρατηγικός εταίρος των ΗΠΑ και ενεργειακή πύλη προς την Ευρώπη, μέσα από επενδύσεις και έργα όπως ο κάθετος άξονας και η παρουσία μεγάλων ενεργειακών κολοσσών. Δηλώνει ότι δεν υπάρχει προς το παρόν ορισμένη ημερομηνία συνάντησης Μητσοτάκη-Τραμπ. Ανακοινώνει ότι το τετ-α-τετ Μητσοτάκη-Ερντογάν θα πραγματοποιηθεί την επόμενη εβδομάδα και υπερασπίζεται ξεκάθαρα τη στρατηγική του διαλόγου με την Τουρκία, χωρίς υποχωρήσεις σε κόκκινες γραμμές. Υποστηρίζει ότι αυτή η πολιτική έχει αποδώσει απτά αποτελέσματα για τη χώρα (ΑΟΖ, χωρικά ύδατα, αμυντική ενίσχυση, διεθνείς συμμαχίες), σε αντίθεση με λογικές απομόνωσης και «εύκολου πατριωτισμού». Όπως αναφέρει: «η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, επί των ημερών του Κυριάκου Μητσοτάκη, έχει καταφέρει όλα όσα δεν είχαν γίνει ολόκληρες δεκαετίες. Και τα έχει καταφέρει όχι με ψευτοπατριωτισμούς, όχι με μια λογική απομόνωσης, αλλά με μία στρατηγική διαλόγου, μέσα στον οποίον δεν υποχωρούμε, δεν συζητάμε καν ζητήματα κόκκινων γραμμών, αλλά διεκδικούμε».
Ξεκαθαρίζει ακόμη ότι η κυρία Καρυστιανού δεν αποτελεί πολιτικό αντίπαλο όσο δεν έχει συγκροτήσει κόμμα και διατυπώσει επίσημες θέσεις.
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος απορρίπτει επίσης την ύπαρξη εσωτερικής αντιπαράθεσης στη Νέα Δημοκρατία με πρώην πρωθυπουργούς, τονίζοντας ότι δεν χρειάζεται εσωστρέφεια, ούτε σύγκρουση με ιστορικά στελέχη της παράταξης. Υπογραμμίζει ότι η διαγραφή του Αντώνη Σαμαρά δεν ήταν επιθυμητή, αλλά κρίθηκε αναπόφευκτη λόγω υπέρβασης «κόκκινων γραμμών», κυρίως σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής και δημόσιων χαρακτηρισμών. Επισημαίνει ότι κανείς δεν χάρηκε με αυτή την εξέλιξη και ότι στόχος της κυβέρνησης είναι η ενότητα και η συμβολή όλων στη δημόσια συζήτηση για το μέλλον της χώρας. Ξεκαθαρίζει, τέλος, ότι η θέση των στελεχών που ανήκουν στη Νέα Δημοκρατία είναι εντός της παράταξης, αλλά η απόφαση για τη διαγραφή ήταν αναγκαστική και όχι αποτέλεσμα διάθεσης σύγκρουσης.
Ερωτηθείς σχετικά, ο Παύλος Μαρινάκης παραδέχεται ότι η φράση της κυρίας Αλεξοπούλου ήταν άστοχη και προκάλεσε πολιτική ζημιά, τονίζοντας όμως ότι παρερμηνεύτηκε και αξιοποιήθηκε επικοινωνιακά από την αντιπολίτευση. Διευκρινίζει ότι το πραγματικό ζήτημα είναι τα όρια των κρατικών παροχών και η ανάγκη κοστολογημένων προτάσεων, χωρίς λογικές «δωρεάν παροχών» χωρίς πόρους. Απορρίπτει σενάρια ανασχηματισμού, σημειώνοντας ότι οι υπουργοί αξιολογούνται διαρκώς από τον πρωθυπουργό και τους πολίτες. Υπερασπίζεται τη διαχείριση του Ταμείου Ανάκαμψης, υπογραμμίζοντας ότι η Ελλάδα βρίσκεται στις πρώτες θέσεις απορροφητικότητας και ότι τα έργα συνεχίζονται ακόμη κι αν αλλάξει η πηγή χρηματοδότησης. Τονίζει τα απτά οφέλη για τους πολίτες σε υγεία, πολιτική προστασία, παιδεία και υποδομές. Αναγνωρίζει ότι στο ΕΣΥ υπάρχει πρόβλημα στελέχωσης, παρά την αύξηση προσωπικού και μισθών, επισημαίνοντας την ανάγκη για περισσότερα κίνητρα και περαιτέρω ενίσχυση των αποδοχών των υγειονομικών.
Ο κ. Μαρινάκης δηλώνει ότι η προεκλογική του δραστηριότητα στον Βόρειο Τομέα έχει ξεκινήσει εδώ και έναν χρόνο, μετά την ανακοίνωση της υποψηφιότητάς του από τον πρωθυπουργό, ενώ τα εγκαίνια του πολιτικού του γραφείου στις 18 Φεβρουαρίου στο Νέο Ψυχικό σηματοδοτούν την επίσημη έναρξη της τελικής φάσης της προεκλογικής περιόδου. Τονίζει ότι δεν αντιμετωπίζει ανταγωνιστικά τα έμπειρα στελέχη της Νέας Δημοκρατίας που είναι συνυποψήφιοί του, αλλά συμπληρωματικά, προβάλλοντας τη δική του διαδρομή ως εκπρόσωπος της νεότερης γενιάς, με πολιτική εμπειρία στην ΟΝΝΕΔ και επαγγελματική πορεία εκτός κομματικού μηχανισμού. Τέλος υπογραμμίζει ότι επιλέγει τον Βόρειο Τομέα ως περιοχή που εκφράζει τη μεσαία τάξη και τις καθημερινές αγωνίες των πολιτών, τις οποίες θέλει να εκπροσωπήσει.





