Ειδικότερα, μιλώντας στην ΕΡΤ, ο κ. Κυρανάκης σχολίασε την εικόνα της πρώτης ημέρας, τονίζοντας ότι «δεν πρέπει να επιτραπεί να δυναμιτίζονται οι διαδικασίες» και ότι η Δικαιοσύνη οφείλει να λειτουργεί «χωρίς εκβιασμούς και πιέσεις».
Ιδιαίτερα αιχμηρός ήταν ο κ. Κυρανάκης για τη στάση της Ζωής Κωνσταντοπούλου στη δίκη για τα Τέμπη. Όπως ανέφερε, «υπάρχουν πολιτικά πρόσωπα που θέλουν να βρίσκονται στο επίκεντρο ακόμη και σε μια τόσο ευαίσθητη διαδικασία. Αναφέρομαι στη Ζωή Κωνσταντοπούλου, η οποία πιστεύει ότι ακόμα και στο δικαστήριο, που τον πρώτο λόγο πρέπει να έχουν οι συγγενείς που έχασαν τα παιδιά τους, η ίδια πρέπει να είναι πρωταγωνίστρια. Η ίδια πρέπει να έχει πάνω της στις κάμερες, τα μικρόφωνα, τα φώτα, να είναι το επίκεντρο της προσοχής και συνολικά το κέντρο του κόσμου. Προσπάθησε για μία ακόμη φορά να δημιουργήσει πρόβλημα».
Παράλληλα, επεσήμανε ότι η δίκη πρέπει να προχωρήσει «με όρους σοβαρότητας και αξιοπρέπειας», χωρίς παρεμβάσεις που αλλοιώνουν τη διαδικασία.
«Το τρίπτυχο μας είναι νέα τραίνα, νέα υποδομή, νέοι σταθμοί»
Την ίδια ώρα, ο αναπληρωτής υπουργός Μεταφορών Κωνσταντίνος Κυρανάκης παρουσίασε αναλυτικά το λεγόμενο «τρίπτυχο» για την αναβάθμιση του ελληνικού σιδηροδρόμου, το οποίο περιλαμβάνει νέα τραίνα, νέα υποδομή και νέους σταθμούς. Όπως εξήγησε, για τα νέα τραίνα έχει υπογραφεί συμφωνία με την ιταλική κυβέρνηση και εταιρεία για επένδυση 308 εκατομμυρίων ευρώ, ενώ για πρώτη φορά προβλέπεται δικλείδα καταγγελίας της σύμβασης: αν η επένδυση δεν υλοποιηθεί, η σύμβαση με την ΕΤΕπ διακόπτεται. Ήδη 23 συρμοί έχουν ξεκινήσει δοκιμαστικά δρομολόγια, με τους πρώτους να φτάνουν στις αρχές του 2027 και την ολοκλήρωση να προβλέπεται μέχρι το τέλος του ίδιου έτους.
Όσον αφορά τη νέα υποδομή, τα έργα στον άξονα Αθήνα–Θεσσαλονίκη προβλέπεται να ολοκληρωθούν το καλοκαίρι του 2026, νωρίτερα από την άφιξη των νέων τραίνων. Ολόκληρος ο άξονας θα διαθέτει 100% τηλεδιοίκηση, πλήρη σηματοδότηση και δικλείδα ασφαλείας, ενώ θα ενσωματωθεί νέο σύστημα ακριβούς εντοπισμού των τρένων, που επιτρέπει την παρακολούθηση σε πραγματικό χρόνο και την άμεση αντίδραση σε βλάβες ή παραβάσεις.
Τέλος, στους νέους σταθμούς προβλέπονται έργα ανακαίνισης για τους σταθμούς Αθήνας, Θεσσαλονίκης και του προαστιακού της Αττικής, οι οποίοι σήμερα βρίσκονται σε κακή κατάσταση. Στόχος είναι οι επιβάτες να βιώνουν μια πολύ πιο αξιοπρεπή εμπειρία σε σχέση με το παρελθόν. Ο κ. Κυρανάκης χαρακτήρισε το τρίπτυχο ως βασικό στόχο για το 2027, υπογραμμίζοντας ότι η ολοκλήρωση των έργων υποδομής το 2026 θα επιτρέψει την ομαλή ένταξη των νέων τραίνων στο δίκτυο και θα ενισχύσει συνολικά την ασφάλεια και την ποιότητα των υπηρεσιών του ελληνικού σιδηροδρόμου.
«Ο σιδηρόδρομος είναι πιο ασφαλής»
Επίσης, αναφερόμενος στην κατάσταση του σιδηροδρομικού δικτύου μετά το δυστύχημα, ο κ. Κυρανάκης υποστήριξε ότι έχουν γίνει ουσιαστικές αλλαγές, σημειώνοντας πως «η λειτουργία του δικτύου το 2019 βασιζόταν σχεδόν αποκλειστικά σε χειροκίνητες διαδικασίες. Σήμερα έχουμε φτάσει στο 80% της τηλεδιοίκησης και το καλοκαίρι θα φτάσουμε στο 100%».
Όπως ανέφερε, έχουν προστεθεί νέα τεχνολογικά εργαλεία που επιτρέπουν «σε πραγματικό χρόνο τον ακριβή εντοπισμό των τρένων», ενώ γίνεται εγκατάσταση συστημάτων που καταγράφουν επικοινωνίες και εντοπίζουν παραβάσεις.
Αλλαγές σε προσωπικό και εκπαίδευση
Τέλος, ο υπουργός στάθηκε ιδιαίτερα στις αλλαγές στον τρόπο στελέχωσης και αξιολόγησης του προσωπικού «Έχουμε περάσει από τη θεωρητική εκπαίδευση στην πρακτική, με αξιολογήσεις και ψυχομετρικά τεστ. Αν κάποιος είναι ακατάλληλος, πρέπει να απομακρύνεται πριν συμβεί ένα ατύχημα».
Επιπλέον, ανέφερε ότι εφαρμόζονται νέα ψηφιακά συστήματα για την καταγραφή βαρδιών, ώστε «να μην επαναληφθούν φαινόμενα αλλοίωσης στοιχείων», κάνοντας έμμεση αναφορά σε περιστατικά που σχετίζονται με την υπόθεση των Τεμπών.
Ο κ. Κυρανάκης υπογράμμισε ότι, πέρα από τη δικαστική διερεύνηση, πρέπει να αναδεικνύονται και οι μεταρρυθμίσεις που υλοποιούνται.
«Γίνεται μια καθημερινή δουλειά για να αλλάξει η εικόνα του σιδηροδρόμου. Μπορεί να μην δημιουργεί θόρυβο, αλλά είναι κρίσιμη για την ασφάλεια».
Καταλήγοντας, επανέλαβε ότι οι παρεμβάσεις που έχουν γίνει ανταποκρίνονται στα αιτήματα της κοινωνίας και των οικογενειών των θυμάτων, επισημαίνοντας ότι «έχουν γίνει πολύ σημαντικά βήματα ώστε να μην επαναληφθεί μια τέτοια τραγωδία».





