makedonikanea.gr logo
makedonikanea.gr logo

DIALOGOS για τα άτομα που «σκοντάφτουν» στο εμπόδιο της γλώσσας

Ακούστε το άρθρο 8'
12.01.2026 | 08:00
Ένας αφιλόξενος θάλαμος νοσοκομείου, μία ψυχρή αίθουσα δικαστηρίου, ένας άνθρωπος που προσπαθεί να διευθετήσει τις εκκρεμότητές του σε μία δημόσια υπηρεσία. Συνθήκες με τις οποίες ερχόμαστε αντιμέτωποι καθημερινά, αλλά πώς τις βιώνουν οι άνθρωποι που «σκοντάφτουν» στην απουσία κοινού κώδικα επικοινωνίας;

Χιλιάδες αλλόγλωσσα άτομα -πρόσφυγες και μετανάστες- στην Ελλάδα, βιώνουν μία πραγματικότητα με εμπόδια εκεί όπου όλοι βρίσκουν κοινό έδαφος: στη γλώσσα.

Πώς μπορούν αυτοί οι «αόρατοι» άνθρωποι να επικοινωνήσουν τις ανάγκες τους και να επωφεληθούν από τα δικαιώματά τους;

Η επιστημονική υπεύθυνη του έργου DIALOGOS, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Τμήματος Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας ΑΠΘ, Ελπίδα Λουπάκη, μιλά στα Μακεδονικά Νέα για τις δυσκολίες επικοινωνίας σε τόσο καίριες πτυχές της ζωής, για τα «κενά» στις σπουδές διερμηνείας και μετάφρασης στις δημόσιες υπηρεσίες στη χώρα μας, καθώς και για το έργο DIALOGOS που φιλοδοξεί να θέσει το θεμέλιο λίθο για μία «νέα σελίδα» στην ισότιμη πρόσβαση σε δημόσιες δομές.

Το DIALOGOS -που υλοποιήθηκε στο πλαίσιο του Erasmus+- αναπτύχθηκε μέσα από συνεργασία πανεπιστημίων από τρεις χώρες της Μεσογείου (Ελλάδα, Ισπανία και Ιταλία) και απευθύνεται κυρίως σε φυσικούς ομιλητές Γλωσσών Μικρότερης Διάδοσης, με στόχο την απόκτηση βασικών διαγλωσσικών και διαπολιτισμικών δεξιοτήτων.

 

 

Με τον τρόπο αυτό, οι συμμετέχοντες μπορούν να αναλάβουν τον ρόλο των διαπολιτισμικών διερμηνέων και μεταφραστών στις δημόσιες υπηρεσίες, ενώ ωφελούμενοι του DIALOGOS είναι νέοι ενήλικες ηλικίας 18-35 ετών, καθώς και εργαζόμενοι σε κλάδους όπως η υγεία, η νομική υποστήριξη και το άσυλο.

Ένα «κενό» που δημιουργεί χάσμα επικοινωνίας

 

Όπως επισημαίνει η κα Λουπάκη, οι διαφορές στο θεσμικό πλαίσιο ήταν εμφανείς. «Τα άλλα δύο πανεπιστήμια είχαν σπουδές για τη διερμηνεία σε δημόσιες υπηρεσίες, τόσο σε προπτυχιακό όσο και σε μεταπτυχιακό επίπεδο. Στην Ελλάδα αυτό ακόμα δεν το έχουμε ως επάγγελμα».

Στο πλαίσιο του έργου πραγματοποιήθηκε στην Ελλάδα αρχικά μια μικρή έρευνα πεδίου. «Δυστυχώς, οι ανάγκες όχι μόνο δεν μειώθηκαν, αλλά έχουν πολλαπλασιαστεί», σημειώνει η κ. Λουπάκη, επισημαίνοντας ότι μετά το 2023 «δεν υπάρχουν πλέον διεθνείς διερμηνείς σε πολλές δημόσιες δομές, ακόμη και για γλώσσες με τεράστια ζήτηση, όπως τα αραβικά». Τα ευρήματα της έρευνας ανέδειξαν τη μεγάλη ανάγκη για διερμηνείς, αλλά και για μετάφραση ενημερωτικών κειμένων, τα οποία θα λειτουργούν ως υποστηρικτικό υλικό.

Η ανάγκη, εξηγεί, δεν είναι θεωρητική. «Υπάρχει ένα κενό και αυτό είναι το πρώτο και βασικό ζήτημα», τονίζει η κ. Λουπάκη, σημειώνοντας ότι πρόκειται για κάτι που το πανεπιστήμιο προσπαθεί συνειδητά να ενισχύσει. «Γιατί υπάρχει αυτή η ανάγκη; Γιατί οι αλλόγλωσσοι πληθυσμοί που έρχονται στην Ελλάδα πολύ συχνά δεν μπορούν να επικοινωνήσουν με τις δημόσιες υπηρεσίες», συνεχίζει και υπογραμμίζει πως το πρόβλημα εντοπίζεται σε ένα ευρύ φάσμα δομών.

«Οι πληθυσμοί αυτοί συνήθως δεν μπορούν να συνεννοηθούν ούτε με τα αγγλικά ούτε είναι υποχρεωμένος ο δημόσιος υπάλληλος να γνωρίζει αγγλικά σε τέτοιο επίπεδο που να μπορεί να συνεννοηθεί. Δηλαδή δεν είναι κομμάτι της δουλειάς τους. Ούτε όμως και οι πληθυσμοί μπορούν εύκολα να συνεννοηθούν σε άλλες γλώσσες. Είτε μιλάμε για νοσοκομεία, για διοικητικό προσωπικό, για νοσηλευτές και γιατρούς, είτε για δικαστικούς χώρους, γενικά για κάθε χώρο που σχετίζεται με το δημόσιο. Εκεί δεν υπάρχει εύκολη πρόσβαση όταν έχουμε αλλόγλωσσους πληθυσμούς», σημειώνει.

Όπως εξηγεί, «υπάρχει μεγάλη ανασφάλεια και από τις δύο πλευρές. Αυτό είναι επίσης ένα θέμα στο οποίο το Πανεπιστήμιο πρέπει να βοηθήσει και να καλυφθεί αυτό το κενό. Οι δημόσιες υπηρεσίες πολύ συχνά δεν αισθάνονται ασφάλεια στο πρόσωπο του διερμηνέα αλλά και οι αλλόγλωσσοι πληθυσμοί δεν αισθάνονται ότι αυτά τα οποία μεταφέρονται».

«Υπάρχει μια σειρά από πρότυπα και από αρχές οι οποίες ακολουθούνται από τους διερμηνείς. Απαιτείται εκπαίδευση γιατί εάν δεν τις γνωρίζει ο διερμηνέας μπορεί να υποπέσει σε πολύ μεγάλα ατοπήματα και να δημιουργηθούν προβλήματα και παρανοήσεις σε κάποιους πολιτισμούς», συνεχίζει.

Λύσεις ανάγκης που εγείρουν ηθικά ζητήματα

 

Η συνέπεια της έλλειψης πρόσβασης, όπως περιγράφει η κα Λουπάκη, είναι διπλή. «Και ο ωφελούμενος δεν μπορεί να ασκήσει τα δικαιώματά του, αλλά και η δημόσια υπηρεσία δυσκολεύεται να δώσει λύση στο εκάστοτε πρόβλημα».

Ως λύσεις ανάγκης, όπως ανέδειξε και το έργο, συχνά επιχειρείται η πρακτική επικοινωνίας μέσω φίλων ή/και συγγενών των εν λόγω ατόμων και λιγότερο τα ψηφιακά εργαλεία μετάφρασης.

 «Η πρακτική που ακολουθείται -και στην Ελλάδα πολύ περισσότερο- είναι να συνοδεύονται οι αλλόγλωσσοι από φίλους ή συγγενείς τους. Αυτό, όμως, εγείρει σοβαρά ζητήματα ηθικής και εμπιστευτικότητας», καθώς όπως εξηγεί η κα Λουπάκη υπάρχουν διεθνώς καταγεγραμμένες περιπτώσεις, ακόμη και σε δίκες, «όπου ασυνόδευτα παιδιά είχαν “διερμηνείς” άτομα του περιβάλλοντός τους, με αποτέλεσμα να προκύπτουν σοβαρά προβλήματα, ακόμη και περιστατικά κακοποίησης», τονίζοντας πως «είναι κρίσιμη η εκπροσώπηση από αντικειμενικούς και ανεξάρτητους διερμηνείς».

Παράλληλα, αδιέξοδες είναι συχνά και οι τεχνολογικές «λύσεις», οι οποίες μολονότι έχουν εξελιχθεί σε σημαντικό βαθμό, -τουλάχιστον ακόμη- σε πολλές περιπτώσεις μπορούν να καταστούν έως και επικίνδυνες.

«Το Google Translate, ειδικά σε συνδυασμούς όπως ελληνικά–αραβικά, ελληνικά–ορντού ή ελληνικά–φαρσί, είναι τραγικό. Δεν είναι απλώς αναξιόπιστο, μπορεί να γίνει και επικίνδυνο», σημειώνει χαρακτηριστικά η επιστημονική υπεύθυνη του έργου.

 

 

Η «διεθνής» γλώσσα του σώματος και οι «πολιτισμικές αποστάσεις»

 

Άραγε πόση ομοιότητα μπορεί να έχει η προσπάθεια που ίσως κατέβαλες προκειμένου να συνεννοηθείς με έναν ντόπιο σε μία ξένη χώρα για να αγοράσεις έναν καφέ, χρησιμοποιώντας την -όπως συχνά λάθος πιστεύουμε- «διεθνή» γλώσσα του σώματος συνοδευμένη με λιγοστές λέξεις και το να δικάζεσαι σε μία γλώσσα που δεν καταλαβαίνεις, έχοντας ανθρώπους γύρω σου να κάνουν διάφορες κινήσεις και να μιλούν πιο αργά ελληνικά, πιστεύοντας πώς θα καταλάβεις τι συμβαίνει;

Όπως εξηγεί η κα Λουπάκη ούτε η «γλώσσα του σώματος», ούτε το να «μιλάμε πιο αργά ελληνικά» αποτελούν λύση, καθώς «η γλώσσα του σώματος δεν είναι διεθνής και μπορεί να είναι ακόμη και προσβλητική σε άλλους πολιτισμούς».

Η ίδια παραθέτει παραδείγματα από τον χώρο της υγείας. «Σε κάποιους πληθυσμούς, για παράδειγμα, η προληπτική εξέταση αίματος δεν είναι αυτονόητη. Το αίμα έχει πολιτισμικό φορτίο. Υπάρχουν άνθρωποι που έχουν βιώσει σκάνδαλα με μολυσμένα αίματα ή ληγμένα φάρμακα. Αυτές οι εμπειρίες δεν μπορούν να αγνοηθούν».

Αλλά ακόμη και η έννοια του πόνου δεν εκφράζεται με τον ίδιο τρόπο. «Για κάποιους άντρες, το να πουν ότι πονάνε δεν θεωρείται αποδεκτό. Κι όμως, πρέπει να ειπωθεί. Όλα αυτά, αν δεν μεταφερθούν σωστά, δημιουργούν προβλήματα στη δημόσια υγεία και στο ίδιο το σύστημα», εξηγεί.

Η γλώσσα ως ταυτότητα και οι γλώσσες-«γέφυρες»

 

Η απάντηση του DIALOGOS ήταν η δημιουργία διαδραστικών εκπαιδευτικών ενοτήτων. «Πρόκειται για υλικό αυτοεπιμόρφωσης, για κάποιον που θέλει να κάνει μια πρώτη εισαγωγή στο αντικείμενο, στον δικό του χρόνο και χώρο», διευκρινίζει η καθηγήτρια, τονίζοντας ότι «δεν γίνεσαι διερμηνέας από αυτές τις ενότητες -είναι όμως ένα πρώτο, απαραίτητο βήμα».

Όπως εξηγεί, η επιμόρφωση προσφέρεται στα ελληνικά, τα αγγλικά, τα ισπανικά και τα ιταλικά, με σκέψεις για επέκταση στα γαλλικά και τα ουκρανικά, τονίζοντας πως ακόμη κι αν υπάρχει ομοιότητα μεταξύ κάποιων γλωσσών -όπως συμβαίνει με τα ρωσικά και τα ουκρανικά- η γλώσσα αποτελεί κομμάτι της ταυτότητας του εκάστοτε λαού. «Υπάρχει η σκέψη να γίνει και σε άλλες γλώσσες, γιατί ειδικά τα γαλλικά είναι μία γλώσσα που χρησιμοποιείται πάρα πολύ ως ενδιάμεση γλώσσα, όπως συμβαίνει και με τα αγγλικά. Πολλές μπορεί κάποιος διερμηνέας να μην μιλάει κατευθείαν τη γλώσσα του ωφελούμενου. Για παράδειγμα, ο ωφελούμενος μπορεί να μιλάει αραβικά ή ορντού, αλλά να γνωρίζει αγγλικά και μέσα από τα αγγλικά ή μέσα από τα γαλλικά να γίνεται μία ενδιάμεση διερμηνεία προς τα ελληνικά».

Τα επόμενα βήματα και ο ρόλος των ανθρωπιστικών επιστημών στα σύγχρονα κοινωνικά ζητήματα

 

Στον πρώτο κύκλο επιμόρφωσης συμμετείχαν περίπου 15 άτομα, ενώ το πρόγραμμα προσφέρθηκε και σε φοιτητές του ΑΠΘ, λόγω της μεγάλης κινητικότητας των πληθυσμών. «Με αυτόν τον τρόπο, θεωρούμε ότι δώσαμε και μία ακόμη επαγγελματική διέξοδο στους φοιτητές. Επίσης, τους δώσαμε και μία ευαισθητοποίηση στο θέμα. Είναι σημαντικό οι φοιτητές να εκτίθενται σε πολλά διαφορετικά ερεθίσματα. Να μην είναι οι σπουδές μια τυπική θεωρητική προσέγγιση των πραγμάτων με βιβλιογραφία μόνο. Είναι και αυτή μια προσέγγιση, φυσικά, πολύ σημαντική αλλά θα πρέπει να εκτίθενται και σε άλλα ερεθίσματα. Να έρχονται σε επαφή με άλλους πληθυσμούς, σε επαφή με τεχνολογία, με προβλήματα της κοινωνίας, της καθημερινότητας του σήμερα».

 

Όπως εξηγεί η επιστημονική υπεύθυνη του έργου, η ερευνητική ομάδα, αποτελούμενη από μέλη ΔΕΠ, μεταδιδάκτορες, υποψήφιους διδάκτορες και φοιτητές, προσπάθησε «να εμπλέξει όσο το δυνατόν περισσότερα κύτταρα του Πανεπιστημίου». Στο έργο συμμετείχε το Σχολείο Νέας Ελληνικής Γλώσσας, το Εργαστήριο Μετάφρασης και επεξεργασίας λόγου, ενώ αξιοποιήθηκαν και τεχνολογικά εργαλεία για την παραγωγή διαδραστικού υλικού.

Παράλληλα, υπήρξε στενή συνεργασία με το ΓΝΘ Γεννηματάς για ζητήματα ιατρικής ορολογίας, στο πλαίσιο της παραγωγής του υλικού.

«Αυτό που θα θέλαμε θα ήταν να συνεχίσουμε την έρευνα πάνω σε αυτό το πεδίο. Υπάρχουν πολλά που μπορούν να γίνουν. Για παράδειγμα τα ουκρανικά είναι μία γλώσσα η οποία έχει και προβλέπουμε ότι θα συνεχίσει να έχει ανάγκες. Επίσης, οι ουκρανικοί πληθυσμοί που είναι στην Ελλάδα έχουν μία διαφορά, γιατί πολύ συχνά είναι άτομα τα οποία έχουν ήδη λάβει κάποια πανεπιστημιακή μόρφωση. Οπότε είναι και πιο εύκολο, θα λέγαμε, και για εμάς ως πανεπιστήμια να τους πλησιάσουμε, καθώς έχουμε φοιτητές μας που έχουν έρθει από ουκρανικά πανεπιστήμια», σημειώνει μιλώντας για τα επόμενα βήματα του DIALOGOS.

Όπως επισημαίνει, «θέλουμε να συνεχίσουμε να δουλεύουμε σε αυτά τα ζητήματα, γιατί είναι ζητήματα ένταξης και συμπερίληψης. Ζητήματα τα οποία είναι σημαντικά και για την ελληνική κοινωνία αλλά και για τους αποφοίτους μας. Είναι ένας ρόλος που πρέπει να παίζουν οι ανθρωπιστικές επιστήμες.

«Στόχος μας είναι το έργο να έχει πραγματικό αποτύπωμα», καταλήγει η κα Λουπάκη.

Στην ερευνητική ομάδα DIALOGOS συμμετείχαν:

  • Ελπίδα Λουπάκη, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια, Τμήμα Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας, ΑΠΘ, (Ε.Υ.)
  • Σίμος Γραμμενίδης, Καθηγητής, Τμήμα Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας, ΑΠΘ
  • Ανθή Βιδενμάιερ, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια, Τμήμα Γερμανικής Γλώσσας και Φιλολογίας
  • Λουκία Κωστοπούλου, Επίκουρη Καθηγήτρια, Τμήμα Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας, ΑΠΘ
  • Νούλα Χαραλαμπίδου, Μέλος ΕΔΙΠ, Τμήμα Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας, ΑΠΘ
  • Ελίνα Συμσερίδου, Μεταδιδακτορική Ερευνήτρια, Τμήμα Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας, ΑΠΘ

Ευφροσύνη Καζεπίδου

Tελευταίες Ειδήσεις