makedonikanea.gr logo
makedonikanea.gr logo

Μ. Σαρηγιαννίδης: Η αμερικανική στρατηγική και η μεγάλη διαπραγμάτευση στην κινούμενη άμμο του Ιράν

Ακούστε το άρθρο 8'
25.03.2026 | 07:00
Φωτογραφία Αρχείου
/Shutterstock
Τις κινήσεις των Ηνωμένων Πολιτειών και τι «διαβάζει» στη δήλωση Τραμπ περί «συμφωνίας του Ιράν να μην αποκτήσει ποτέ πυρηνικό όπλο» παραθέτει ο αναπληρωτής καθηγητής Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου του ΑΠΘ Μιλτιάδης Σαρηγιαννίδης μιλώντας στο Liberal και την Ευαγγελία Μπίφη, ενόσω η σύγκρουση στον Περσικό Κόλπο εξελίσσεται σε μια σύνθετη εξίσωση στρατιωτικής πίεσης και διπλωματικών ελιγμών. Τα περιθώρια συμφωνίας και τα πλέον απευκταία σενάρια έκβασης. Οι επιπτώσεις του πολέμου για την Ευρωπαϊκή Ένωση· η ανάδειξη των εξαρτήσεων σε στρατιωτική ενέργεια και ασφάλεια και οι «οιωνοί» για τις διατλαντικές σχέσεις.

Στο Ιράν, τα τελεσίγραφα των ΗΠΑ συνυπάρχουν με «παράθυρα ευκαιρίας» για διαπραγμάτευση. Ο χρόνος όμως μετράει αντίστροφα και πιεστικά για την Ουάσινγκτον, ενώ έχει αναδειχθεί σύμμαχος της Τεχεράνης, εξ ου και ο κ. Σαρηγιαννίδης εκτιμά ως πιθανότερη εξέλιξη την περαιτέρω στρατιωτική κλιμάκωση, με πλήγματα και κατά ενεργειακών υποδομών, μέχρι να επικρατήσουν ενδεχομένως μετριοπαθείς δυνάμεις, ίσως παράλληλα και με μία κοινωνική εξέγερση.

Σκιαγραφώντας τη μεγάλη εικόνα που περιβάλλει τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή και τις πολιτικές επιλογές της προεδρίας Τραμπ εν γένει, ο κ. Σαρηγιαννίδης επισημαίνει πως συνολικά διαφαίνεται ότι οι ένοπλες συρράξεις σε Ουκρανία και Ιράν προλογίζουν ένα διπολικό διεθνές σύστημα, όπου η Ευρασία θα επικουρεί την αμερικανική εξωτερική πολιτική απέναντι στην Κίνα. Στο ζήτημα του Ουκρανικού, εκτιμά ότι οι ΗΠΑ θα επιδιώξουν στο εξής μια «δημιουργική στασιμότητα», παραθέτοντας πώς θα μπορούσε να αποδειχθεί ιδιαίτερα κρίσιμος ο ρόλος των ευρωπαϊκών χωρών.

Ως προς την ενεργειακή κρίση, ο αν. καθηγητής Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου του ΑΠΘ αναφέρει πως, στον βαθμό που η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχει επιτύχει ενεργειακή αυτονομία, βρίσκεται εκτεθειμένη σε νέες πιέσεις που ενδέχεται να επιφέρουν ακόμη και πολιτικούς τριγμούς ειδικά σε κράτη-μέλη που θα βρεθούν σε τροχιά εκλογών, σημειώνοντας πως η Ένωση θα κληθεί να ισορροπήσει μεταξύ της ενίσχυσης της αμυντικής βιομηχανίας και της ασφάλειας και της στήριξης των κοινωνιών. 

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της συνέντευξης

Κύριε Σαρηγιαννίδη, στην κινούμενη άμμο του Ιράν συνυπάρχουν σενάρια διπλωματικής εκτόνωσης, κατόπιν της παράτασης του τελεσιγράφου Τραμπ, και στρατιωτικής κλιμάκωσης. Ποιοι παράγοντες οδηγούν τις κινήσεις και τις αποφάσεις του Αμερικανού προέδρου; Και τι συνάγετε από τη δήλωση ότι το Ιράν «έχει συμφωνήσει ότι δεν θα αποκτήσει ποτέ πυρηνικό όπλο»;

Η επιλογή της στρατιωτικής έκβασης δεν αποκλείει τη συνέχιση της διπλωματίας και την αναζήτηση μιας πολιτικής/διπλωματικής διευθέτησης. Άλλωστε, η κλασσική παραπομπή στον Κλαούζεβιτς εξηγεί ακριβώς την κατάσταση που εξελίσσεται στη Μέση Ανατολή, δηλαδή, ότι «ο πόλεμος είναι η συνέχιση της πολιτικής και με άλλα μέσα». Επομένως, η συνύπαρξη τελεσίγραφου και πρόσκαιρης εξαίρεσης συγκεκριμένων στόχων που ενδεχομένως παραπέμπει σε εκτόνωση, ενώ παράλληλα η ρητορική αλλά και η στοχοποίηση διατηρούν την ένταση στην ένοπλη σύρραξη, περιγράφουν μια σύνθετη πραγματικότητα που δημιουργεί και περιθώρια για την επίτευξη μιας συμφωνίας που θα ικανοποιούσε όλες τις εμπλεκόμενες πλευρές. 

Με άλλα λόγια, και ενώ οι δυνάμεις των αμερικανών πεζοναυτών είναι καθ’ οδόν προς την περιοχή του Περσικού Κόλπου, δείχνοντας ότι οι ΗΠΑ είναι διατεθειμένες να κλιμακώσουν τις στρατιωτικές επιχειρήσεις τους στο Ιράν ακόμη και με περιορισμένες χερσαίες επιχειρήσεις, ο Αμερικανός πρόεδρος προσφέρει στο καθεστώς της Τεχεράνης παράθυρα ευκαιρίας, προκειμένου να διαπραγματευθούν μια συμφωνία εκεχειρίας που θα ικανοποιεί τις αμερικανικές στοχεύσεις και θα προσφέρει εύσχημα στο καθεστώς τη δυνατότητα να επιβιώσει σε ένα διαφορετικό διεθνοπολιτικό περιβάλλον και φυσικά με περισσότερη μετριοπάθεια απέναντι στον Μεγάλο Σατανά (ΗΠΑ) και τον Μικρό Σατανά (Ισραήλ). 

Βέβαια, το πρόβλημα με αυτή την στρατηγική είναι, πως μάλλον οι ΗΠΑ την επιδιώκουν με περισσότερη ζέση σε σχέση με το καθεστώς στην Τεχεράνη. Συνεπώς, προς το παρόν είναι πιο πιθανό να ακολουθήσει περαιτέρω κλιμάκωση των στρατιωτικών επιχειρήσεων και σκλήρυνση των στόχων, που θα περιλαμβάνουν και ενεργειακές υποδομές, μέχρι να φτάσουμε ενδεχομένως στο σημείο υπερίσχυσης των μετριοπαθών πολιτικών στο πολιτικό σύστημα της Τεχεράνης που θα μπορούσε να συνοδεύεται και από κοινωνική εξέγερση με συμπαραστάτες τον ιρανικό στρατό, ή τμήματά του, και πολιτικές προσωπικότητες όπως είναι ο πρόεδρος του Ιράν, Μασούντ Πεζεσκιάν, και ο υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί. 

Άλλωστε, δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι οι ΗΠΑ και το Ισραήλ στοχοποιούν τη θρησκευτική ηγεσία και τους Φρουρούς της Επανάστασης, όχι τις πολιτικές προσωπικότητες. Πάντως, για την ώρα ο χρόνος μετράει αντίστροφα και πιεστικά για τις ΗΠΑ, ενώ είναι σύμμαχος για το καθεστώς στην Τεχεράνη. Αυτή, είναι μια ασυμμετρία που σαφώς επηρεάζει τη διπλωματική προοπτική μεταξύ των εμπολέμων, και μπορεί να διαρραγεί μόνο αν οι ΗΠΑ επιτύχουν συντριπτικά πλήγματα στο καθεστώς.

Φυσικά, η δήλωση του Αμερικανού προέδρου ότι το Ιράν «έχει συμφωνήσει ότι δεν θα αποκτήσει πυρηνικό όπλο» μπορεί να απηχεί την αλήθεια για την πρόοδο που έχει σημειωθεί παρασκηνιακά στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, εφόσον το καθεστώς της Τεχεράνης βρίσκεται πράγματι σε δύσκολη θέση για την επιβίωσή του και αποδέχεται να σπάσει μια κόκκινη γραμμή του, όπως οι φιλοδοξίες του για το πυρηνικό του πρόγραμμα και την κατασκευή πυρηνικού όπλου.

Υπάρχει, φυσικά, και η πιθανότητα, ο πρόεδρος Τράμπ να μεταφέρει την εκτίμηση ενός τρίτου μεσολαβητή, γεγονός που είτε μπορεί να μην περιγράφει με ακρίβεια την πραγματική θέση της Τεχεράνης είτε να ωθεί τον Αμερικανό πρόεδρο να προεξοφλεί πανηγυρικά, αλλά και βιαστικά, την επιτυχία των στρατιωτικών και διπλωματικών επιλογών του. Τέλος, αυτή η δήλωση δεν αποκλείεται να είναι ακόμη μια εκτίμηση στο πλαίσιο των σιβυλλικών δηλώσεων που αφειδώς χαρίζει ο πρόεδρος Τράμπ, προκειμένου να συσκοτίζει τις προθέσεις του, να επιρρίπτει την ευθύνη για ενδεχόμενη αποτυχία στους άλλους παίζοντας το δικό του blame game και να χειραγωγεί τις διεθνείς αγορές.

Το πρόβλημα με τις δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου, είναι πως ακολουθεί το δικό του αγοραίο και συναλλακτικό στυλ, και επιδιώκει με συνέπεια να διατηρεί γύρω του μια ομίχλη με περιορισμένο και απολιτικό λεξιλόγιο. Με αυτόν τον τρόπο καταφέρνει να γίνεται απρόβλεπτος σε ένα διεθνές σύστημα που στηρίζεται στην προβλεψιμότητα και την αποφυγή εσφαλμένων αντιλήψεων. Άλλωστε, αυτή η αδυναμία επικοινωνίας και κατανόησης των προθέσεων μεταξύ των εμπλεκομένων σε μια κρίση, αποδείχθηκε πόσο καταστροφική θα μπορούσε να γίνει με την Πυραυλική Κρίση στην Κούβα και έχει γίνει χρήσιμο μάθημα για τους ηγέτες. Σε κάθε περίπτωση, μακάρι η δήλωση Τράμπ να απηχεί τις πραγματικές διαστάσεις όσων έχουν συμφωνηθεί στα διπλωματικά παρασκήνια.

Ποιοι είναι στην πραγματικότητα οι συνομιλητές της Ουάσινγκτον από την πλευρά του Ιράν; Ποιος κινεί τα νήματα στην Τεχεράνη· σε ποιους κομίζουν τα μηνύματα οι μεσολαβήτριες Αίγυπτος, Τουρκία και Πακιστάν και πού θα κριθεί μία ενδεχόμενη διπλωματική διέξοδος;

Η ταυτότητα των ιρανών συνομιλητών των ΗΠΑ, εφόσον υπάρχουν, είναι και θα παραμείνει μυστική. Το σενάριο δημιουργίας μιας φιλοαμερικανικής και μετριοπαθούς κυβέρνησης στο Ιράν, προϋποθέτει ότι οι ΗΠΑ μπορούν αξιόπιστα να εγγυηθούν την ασφάλεια αυτών των ανθρώπων απέναντι στους μουλάδες και τους Φρουρούς της Επανάστασης. Υπό αυτή την έννοια είναι αναπόφευκτο και φυσιολογικό να υπάρχει ένας πέπλος που καλύπτει και επομένως κρύβει αυτές τις διεργασίες. 

Παράλληλα, θεωρώ πως στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν μεσολαβητές μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν. Πρόκειται για μια άσκηση λεπτής ισορροπίας που εύλογα οι ΗΠΑ δεν θα την εμπιστευθούν σε τρίτες χώρες. Ίσως δημιουργήσουν την εικόνα της διαμεσολάβησης από μια τρίτη χώρα, αλλά κάτι τέτοιο θα έχει σκοπό να δημιουργήσει την εντύπωση πως η επίτευξη οποιασδήποτε συμφωνίας τερματισμού της ένοπλης σύρραξης δεν θα είναι αποτέλεσμα του αμερικανικού ένοπλου εξαναγκασμού, αλλά αποτέλεσμα σύγκλισης που επιτεύχθηκε χάρη στις προσπάθειες τρίτων. Κάτι τέτοιο θα προσφέρει μια εύσχημη στρατηγική εξόδου από την ένοπλη σύρραξη και στις δύο πλευρές, γιατί οι μεν ΗΠΑ θα αποφύγουν την υπόθαλψη του αντιαμερικανισμού στην περιοχή, ενώ το Ιράν θα μπορεί να ισχυρίζεται, ότι η συμφωνία θα είναι και δική του απόφαση που δεν του υπαγορεύθηκε από τις ΗΠΑ εξαιτίας μιας στρατιωτικής ήττας. 

Τέλος, η διπλωματική διέξοδος προϋποθέτει την εκθεμελίωση των μουλάδων και των Φρουρών της Επανάστασης είτε με τη μέθοδο του ιεραρχικού αποκεφαλισμού είτε με τη μετατροπή τους σε πολιτικούς σχηματισμούς, οι οποίοι θα αποδεχθούν να λειτουργούν με κανόνες σε μια αποθεοκρατικοποιημένη χώρα, όπου θα μοιράζονται την εξουσία με μετριοπαθείς πολιτικούς και πολιτικά κόμματα. 

Επομένως, η διπλωματική διέξοδος είναι συνδεδεμένη με τις πολιτικές εξελίξεις στην Τεχεράνη και ειδικότερα τον μετασχηματισμό του παλιού σε κάτι αποδεκτό από την Ουάσινγκτον και την παράλληλη ανάδυση νέων πολιτικών δυνάμεων. Ωστόσο, εφόσον μεσολαβήσει εξέγερση του ιρανικού λαού, οφείλουμε να επισημάνουμε ότι ο μετασχηματισμός του παλιού σε μετριοπαθείς πολιτικές δυνάμεις είναι μια μάλλον αδύναμη εκδοχή. Σε αυτή την περίπτωση, η σύνθεση ενός νέου και σταθερού πολιτικού σκηνικού στην Τεχεράνη, θα οδηγήσει σε μια πολύ πιο απαιτητική διεργασία σε σχέση με την εκδοχή της ανασύνθεσης.

Θα μπορούσε το καθεστώς να φανεί ότι συνθηκολογεί προς τα έξω και να ριζοσπαστικοποιηθεί ακόμα περισσότερο στο εσωτερικό με τους πολίτες να πληρώνουν το τίμημα;

Θα έλεγα πως αυτό το σενάριο δεν το θέλει καμία πλευρά. Οι ΗΠΑ δεν το θέλουν γιατί δεν επιθυμούν να εμπλακούν ξανά σε μια στρατιωτική επιχείρηση, όπως αυτή που διεξάγουν τώρα. Ένα ριζοσπαστικοποιημένο καθεστώς στο εσωτερικό του Ιράν θα ανακάμψει αργά ή γρήγορα στη διεθνή πολιτική σκηνή ως τέτοιο, γιατί θα παραμείνει θερμοκήπιο ακραίων ιδεολογιών και πρακτικών και είναι δομημένο με τέτοιον τρόπο, ώστε να ασκεί επιρροή και να εξάγει ριζοσπαστικοποιημένες πολιτικές. 

Επομένως, για τις ΗΠΑ ένα τέτοιο καθεστώς θα εξακολουθήσει να αποτελεί τροχοπέδη για τα συμφέροντά τους στη Μέση Ανατολή. Όμως και το καθεστώς στην Τεχεράνη δεν θα αποδεχόταν συνθηκολόγηση χωρίς να τηρηθούν κάποια προσχήματα, γιατί αυτό το ενδεχόμενο θα υποβάθμιζε την πολιτική του απήχηση στους υποστηρικτές του και ενδεχομένως θα υπέσκαπτε την επιρροή και την ισχύ του στο εσωτερικό. 

Σε κάθε περίπτωση, οι πολίτες στο Ιράν έχουν πληρώσει το τίμημα της άγριας καταστολής από το καθεστώς πολλές φορές τις δύο τελευταίες δεκαετίες. Ωστόσο, δεν πρέπει να διαφεύγει από την προσοχή μας και το γεγονός ότι το καθεστώς των μουλάδων και των Φρουρών της Επανάστασης έχει ερείσματα στον ιρανικό λαό. Συνεπώς, αν μια συνθηκολόγηση δεν ικανοποιεί, έστω μερικώς, όλες τις πολιτικά ενδιαφερόμενες πλευρές, τότε υπάρχει ο κίνδυνος είτε της καταστολής είτε της επικράτησης διαλυτικών τάσεων που θα οδηγούσαν όχι μόνο στον πολιτικό αλλά και στον εδαφικό κατακερματισμό του Ιράν. Αυτό το σενάριο θα πρέπει να λειτουργεί ως κόκκινη γραμμή, ώστε να μην επαναληφθεί η τραγωδία του Ιράκ το 2003 που τελικά οδήγησε στη δημιουργία του «Ισλαμικού Κράτους».

Ποιο διακρίνετε ρεαλιστικά ως βέλτιστο, δεδομένων των συνθηκών πάντα, και ποιο ως χειρότερο ενδεχόμενο για την εξέλιξη του πολέμου, στον οποίο επί του παρόντος οι ΗΠΑ φαίνεται να έχουν πατήσει το «κουμπί» της παύσης;

Το αντικειμενικά χειρότερο σενάριο θα ήταν η πρόκληση σεχταριστικών και αποσχιστικών τάσεων που θα οδηγούσαν στον ντε φάκτο διαμελισμό του Ιράν. Πρόκειται για εδαφικά και πληθυσμιακά μεγάλη χώρα, και το ενδεχόμενο του εδαφικού κατακερματισμού της θα προκαλούσε εκτός από εσωτερικές συγκρούσεις και επεμβάσεις από τρίτους, κράτη ή κρατικούς πληρεξούσιους (proxies). 

Συνεπώς, η παρούσα ένοπλη σύρραξη θα μπορούσε να οδηγήσει σε επιμέρους εσωτερικές συρράξεις και επεμβάσεις από γειτονικές χώρες, ενώ τέτοιες φυγόκεντρες δυναμικές θα μπορούσαν να εξαπλωθούν και πέρα από την ιρανική επικράτεια, ειδικά στο Ιράκ. Επιπλέον, στην περίπτωση του διαμελισμού, δεν θα μπορούσαμε να αποκλείσουμε και το ενδεχόμενο της επιβίωσης του καθεστώτος σε μια περιοχή που θα μπορούσε να την ελέγξει αποτελεσματικά και να ριζοσπαστικοποιήσει τον πληθυσμό της. 

Πιθανόν, θα καταστρεφόταν το πυρηνικό και βαλλιστικό πρόγραμμα της χώρας, αλλά θα παρέμενε το ενδεχόμενο εξαγωγής του ριζοσπαστισμού με την ενίσχυση τρομοκρατικών ομάδων και κάθε λογής proxies στο εξωτερικό και ειδικά στη Μέση Ανατολή. 

Το αντικειμενικά βέλτιστο σενάριο θα ήταν η απελευθέρωση των πολιτικών δυναμικών του ιρανικού λαού, ώστε αυτός να αποφασίσει το πολιτικό του μέλλον χωρίς καταστολή, αστυνομία ηθών και δημόσιες εκτελέσεις σε γερανούς-κρεμάλες. Το δε βέλτιστο σενάριο για τις ΗΠΑ θα ήταν η υλοποίηση των τεσσάρων στόχων που έθεσαν εξαρχής: δηλαδή, ο τερματισμός του βαλλιστικού προγράμματος και του προγράμματος εμπλουτισμού του ουρανίου για την κατασκευή πυρηνικού όπλου, ο τερματισμός της ενίσχυσης της διεθνούς τρομοκρατίας και η αλλαγή του καθεστώτος. 

Το τελευταίο ασφαλώς και συνοδεύεται από τις ευρύτερες επιδιώξεις των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή και τον Ινδικό Ωκεανό σε σχέση με τον ανταγωνισμό με την Κίνα. Αναφορικά με το Ισραήλ, θεωρώ ότι οι σημαντικοί στόχοι είναι οι δύο πρώτοι, καθώς έχει τη δυνατότητα να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τους πληρεξούσιους του καθεστώτος της Τεχεράνης και διατηρεί ελάχιστο ενδιαφέρον για το είδος και τη μορφή διακυβέρνησης στο Ιράν μετά το τέλος της ένοπλης σύρραξης, αφού ούτως ή άλλως το καθεστώς, εφόσον επιβιώσει, θα είναι στην καλύτερη περίπτωση αποδυναμωμένο.

Το Ιράν διόγκωσε το κόστος του πολέμου για τα κράτη του Κόλπου και διεθνώς. Είμαστε ως Ευρωπαϊκή Ένωση προετοιμασμένοι για τη διαχείριση μίας ενεργειακής κρίσης που ειδικοί αναφέρουν πως ακόμη και εάν ο πόλεμος λήξει σήμερα, οι επιπτώσεις δεν θα υποχωρήσουν σύντομα;

Η ΕΕ καλείται να διαχειριστεί μια παγκόσμια ενεργειακή κρίση που συσσωρεύεται σε μια ήδη υπάρχουσα ενεργειακή κρίση που σοβεί εδώ και μια τετραετία. Πιο απλά, η κατάσταση στον Περσικό Κόλπο προστίθεται στις ενεργειακές προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Ευρώπη μετά από την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία και τις κυρώσεις που έχει επιβάλει. Επομένως, η ΕΕ στον βαθμό που δεν έχει καταφέρει να κατακτήσει την ενεργειακή αυτονομία της, βρίσκεται ενώπιον μιας νέας ενεργειακής κρίσης που θα μπορούσε να προκαλέσει ακόμη και πολιτικούς τριγμούς, ειδικά στα κράτη-μέλη που έχουν μπροστά τους προεκλογικές περιόδους. 

Προφανώς, είναι πολύ σημαντικό η ΕΕ να αναλάβει δράσεις στο πλαίσιο της αρχής της αλληλεγγύης και να λειτουργήσει προστατευτικά για τον ευρωπαίο πολίτη, τόσο για τον παραγωγό όσο και τον καταναλωτή, ώστε τα αυξημένα κόστη σε αγαθά και υπηρεσίες να μην πλήξουν την ευημερία και το κοινωνικό κράτος. Συνεπώς, ακόμα κι αν ξυπνήσουμε αύριο το πρωί με μία συμφωνία ανάμεσα στους εμπόλεμους, η ΕΕ ίσως βρεθεί στην ανάγκη να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη για την ενίσχυση της αμυντικής βιομηχανίας και της ασφάλειάς της και την ίδια στιγμή να διοχετεύσει κονδύλια για την ενίσχυση των κρατών-μελών και των πολιτών, ειδικά εκείνων που ανήκουν στις πλέον ευάλωτες κατηγορίες.

Πώς αναδιαμορφώνει ο πόλεμος στο Ιράν τη γεωπολιτική τοποθέτηση της Ευρώπης, σε επίπεδο τόσο ενεργειακής ασφάλειας όσο και σχέσεων με τις ΗΠΑ; Παράλληλα, που θα μπορούσε να παραπέμπει για τη συνέχεια η φράση Τραμπ «θα το θυμόμαστε» σχετικά με τους Ευρωπαίους συμμάχους του ΝΑΤΟ;

Ασφαλώς, η ΕΕ υπολείπεται σε σχέση με το ιδανικό επίπεδο ασφάλειας και ενεργειακής αυτάρκειας, γεγονός που έχει επαληθευτεί από το 2014, όταν η Ρωσία προσάρτησε την Κριμαία. Την ίδια στιγμή, οι επιλογές της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, μεταξύ άλλων, αναδεικνύουν τα ευρωπαϊκά ελλείμματα και τις εξαρτήσεις σε στρατιωτική και ενεργειακή ασφάλεια, και επισημαίνουν τη συναφή πολιτική και διπλωματική υποβάθμιση του ρόλου των Βρυξελλών. Πολύ δε περισσότερο, η τωρινή αμερικανική διοίκηση επιδιώκει να ανασυγκροτήσει μια διατλαντική διάσταση ασφάλειας, στην οποία η Ευρώπη θα έχει επικουρικό ρόλο, και μαζί με τη Ρωσία θα εξυπηρετούν τους στόχους των ΗΠΑ στο πλαίσιο του ανταγωνισμού τους με την Κίνα. Συνολικά, διαφαίνεται ότι οι ένοπλες συρράξεις σε Ουκρανία και Ιράν προλογίζουν ένα διπολικό διεθνές σύστημα, όπου η Ευρασία θα επικουρεί την αμερικανική εξωτερική πολιτική απέναντι στο Πεκίνο. 

Τέλος, η διατύπωση «θα το θυμόμαστε» απευθύνεται στο θυμικό, αλλά ταυτόχρονα υπαινίσσεται και την ετοιμότητα των ΗΠΑ να υποβαθμίσουν τη συμβολή τους στο ΝΑΤΟ και να ανταγωνιστούν εμπορικά και επενδυτικά την Ευρώπη. Πιθανόν, δεν είναι μια από τις κλασικές διαπραγματευτικές μπλόφες του προέδρου Τράμπ, αλλά δείχνει τον δρόμο, και κυρίως το κατώφλι που είναι διατεθειμένες οι ΗΠΑ να διαβούν, προκειμένου να μετασχηματίσουν τον ρόλο τους σε σχέση με την Ευρώπη. Φαίνεται, δηλαδή, πως οι προθέσεις του προέδρου Τράμπ δεν θεμελιώνονται σε μια ισότιμη εταιρική σχέση με την Ευρώπη, αλλά σε μια ετεροβαρή συμμαχία που θα δίνει προτεραιότητα στα αμερικανικά συμφέροντα και θα συντηρεί την εξάρτηση της Ευρώπης σε θέματα άμυνας και ασφάλειας από την άλλη ακτή του Ατλαντικού.

Ένας «πόλεμος μέσα στον πόλεμο» αυτός στον Λίβανο και ποια είναι η εκτίμησή σας για το πώς θα κινηθεί στο Ισραήλ -σε ποια ένταση και έκταση- ενάντια στη Χεζμπολάχ;

Πιστεύω, πως είναι ένας πόλεμος που θα εξελιχθεί ανεξάρτητα από την κατάσταση στον Περσικό Κόλπο. Το Ισραήλ έχει την ευκαιρία να απαλλαχθεί από την Χεζμπολάχ και θα το επιδιώξει επίμονα, ακόμη κι αν το καθεστώς της Τεχεράνης υποκύψει άμεσα στο τελεσίγραφο των ΗΠΑ. Μάλιστα, ειδικά, αν το Ισραήλ εξασφαλίσει την ανοχή, αν όχι τη συνεργασία της κυβέρνησης του Λιβάνου, οι IDF θα κινηθούν με μεγαλύτερη ένταση και θα κλιμακώσουν τις επιχειρήσεις τους. Θεωρητικά, το Ισραήλ θα επιδιώξει να δημιουργήσει μια ζώνη ασφαλείας μέχρι τον ποταμό Λιτάνι, αλλά αυτό δεν αποκλείει ακόμη και τη συνεργασία με τον λιβανέζικο στρατό, προκειμένου να εξουδετερωθούν οι στρατιωτικές δυνατότητες της Χεζμπολάχ σε όλη τη λιβανέζικη επικράτεια. 

Καταληκτικά, ένα σχόλιό σας για την επίπτωση της κρίσης αυτής στο μέτωπο της Ουκρανίας

Η αυτονόητη διαπίστωση είναι, πως η ένοπλη σύρραξη στον Περσικό Κόλπο απορροφά σημαντικούς πόρους και διπλωματικό κεφάλαιο των ΗΠΑ. Επομένως, οι ΗΠΑ θα επιδιώξουν μια δημιουργική στασιμότητα στο Ουκρανικό, προκειμένου να αξιολογήσουν και την κατάσταση που θα δημιουργηθεί από την αναμενόμενη εαρινή επίθεση των ρωσικών δυνάμεων στο Ντονμπάς. Είτε οι ουκρανικές δυνάμεις αποδειχθούν ανθεκτικές είτε προελάσουν οι ρωσικές, οι ΗΠΑ θα είναι ικανοποιημένες, αφού με βάση τις εξελίξεις στο πεδίο θα μπορέσουν να πιέσουν αποτελεσματικά είτε τη μία είτε την άλλη πλευρά για να αποκομίσουν κέρδη. Ενδεχομένως, λοιπόν, ο ρόλος των ευρωπαϊκών κρατών να αποδειχθεί κρίσιμος, καθώς η συμβολή τους στην αμυντική ικανότητα της Ουκρανίας ίσως μειώσει το μέγεθος της αμερικανικής επιρροής και επομένως των συμφερόντων, και θα αναδείξει, εφόσον υφίσταται, την στρατιωτική ανεπάρκεια της πρώην υπερδύναμης, καταπραΰνοντας έτσι την ανησυχία της συνύπαρξης με μια αρκούδα που ελάχιστη σχέση έχει με την στερεοτυπική απεικόνισή της. Προφανώς, αυτό θα ήταν ένα εξαιρετικό σενάριο για την ΕΕ, διότι έτσι θα μπορούσε να διοχετεύσει περισσότερους οικονομικούς πόρους στο κοινωνικό κράτος χωρίς να ανησυχεί για την ασφάλειά της.


* Ο Μιλτιάδης Σαρηγιαννίδης είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου και Αναπληρωτής Κοσμήτορας στη Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ).

Πηγή: liberal.gr / Ευαγγελία Μπίφη

Ευαγγελία Μπίφη

Tελευταίες Ειδήσεις
Διαβάστε Περισσότερα
Οι 14+1 όροι των ΗΠΑ προς το Ιράν για τον τερματισμό του πολέμου στη Μέση Ανατολή
Διεθνή24.03.26 | 08:21
Οι 14+1 όροι των ΗΠΑ προς το Ιράν για τον τερματισμό του πολέμου στη Μέση Ανατολή