Η αύξηση του κατώτατου μισθού στα 920 ευρώ μικτά, συνοδεύεται από εύλογα ερωτήματα, όπως πόσα χρήματα λαμβάνει τελικά ο εργαζόμενος και ποιο είναι το πραγματικό κόστος για τον εργοδότη;
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν πρέπει να αυξηθούν οι μισθοί. Το ερώτημα είναι πώς. Αν η αύξηση του κατώτατου μισθού δεν συνοδεύεται από μείωση των εισφορών ή άλλες παρεμβάσεις που μειώνουν το μη μισθολογικό κόστος, τότε το αποτέλεσμα είναι μερικό.
Ο εργαζόμενος κερδίζει λιγότερα από όσα ανακοινώνονται και η επιχείρηση πληρώνει περισσότερα από όσα αντέχει. Η απάντηση, λοιπόν, δεν είναι τόσο απλή όσο φαίνεται, καθώς μεταξύ μικτού και καθαρού μισθού παρεμβάλλονται ασφαλιστικές εισφορές και φορολογικές επιβαρύνσεις, που επηρεάζουν καθοριστικά το τελικό αποτέλεσμα.
Στο πλαίσιο αυτό, η Ελλάδα συνεχίζει να λειτουργεί με ένα μοντέλο που επιβαρύνει την εργασία, που επηρεάζει την ανταγωνιστικότητα και περιορίζει τις μικρές βιοτεχνικές επιχειρήσεις να δημιουργήσουν νέες θέσεις εργασίας. Η πραγματική μεταρρύθμιση δεν είναι η αύξηση ενός αριθμού. Είναι η μείωση της απόστασης μεταξύ μικτού και καθαρού μισθού. Είναι η δυνατότητα ο εργαζόμενος να κρατά μεγαλύτερο μέρος από αυτό που παράγει και η επιχείρηση να πληρώνει ένα κόστος που αντανακλά την πραγματική αξία της εργασίας. Αν θέλουμε μια οικονομία με υψηλότερους μισθούς και περισσότερες καλοπληρωμένες θέσεις εργασίας, η απάντηση δεν βρίσκεται μόνο στις αυξήσεις, αλλά στη δομή του συστήματος.
Και εκεί είναι που πρέπει να στραφεί η συζήτηση.
Ωστόσο η κίνηση της κυβέρνησης για αύξηση του κατώτατου μισθού, αναμφίβολα, είναι προς τη σωστή κατεύθυνση, κάθε ενίσχυση, άλλωστε, του εισοδήματος των πολιτών βρίσκει σύμφωνο το Βιοτεχνικό Επιμελητήριο Θεσσαλονίκης. Οι εργαζόμενοι είναι και καταναλωτές, κάτι που δεν πρέπει να λησμονούμε.
Όμως στην εξίσωση που προκύπτει πρέπει να προστεθούν μέτρα για την τόνωση της επιχειρηματικότητας -κυρίως της μεσαίας- έτσι ώστε να μπορέσουν να ανταποκριθούν και οι επιχειρήσεις στη νέα πραγματικότητα.
Όταν παραμένουν υποχρεώσεις όπως η προκαταβολή φόρου, το τέλος επιτηδεύματος, το υψηλό μη μισθολογικό κόστος, οι συνεχείς αυξήσεις στους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος και φυσικού αερίου, απαιτείται αντιστάθμισμα για να συνεχίσουν απρόσκοπτα τη λειτουργία τους οι πολύ μικρές, οι μικρές και μεσαίες βιοτεχνίες. Δεν είναι δυνατόν να υπάρχει συνεχής επιβάρυνση των επιχειρήσεων, ειδικά σε μία χρονική στιγμή που οι οικονομικές συνέπειες του πολέμου στη Μέση Ανατολή πλήττουν το εισόδημα των νοικοκυριών και μειώνουν την κατανάλωση. Ευελπιστώ η κυβέρνηση να έχει συνυπολογίσει αυτόν τον παράγοντα ώστε να ληφθούν στοχευμένα μέτρα για την ενίσχυση του επιχειρείν και τη διασφάλιση της βιωσιμότητας των ΜμΕ.
*Ο κ. Μάριος Παπαδόπουλος είναι πρόεδρος του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης (ΒΕΘ)









