Θεσσαλονίκη: Ο τουρισμός «ποτίζει» την τοπική οικονομία – Πού κατευθύνεται η δαπάνη των επισκεπτών

Εισαγωγή
Η αξία της τουριστικής δραστηριότητας στη Θεσσαλονίκη δεν μετριέται μόνο σε αφίξεις ή διανυκτερεύσεις αλλά και στη διάχυση της δαπάνης μέσα στην πόλη.
Χωρίς Διαφημίσεις
0
Συγγραφέας - Εμφάνιση στην Αρχική
1
Body

Σύμφωνα με την ετήσια έρευνα της Ένωσης Ξενοδόχων Θεσσαλονίκης σε συνεργασία με την GBR Consulting, παρά την ήπια αύξηση της πληρότητας, οι επισκέπτες ξοδεύουν περισσότερα. Συγκεκριμένα, η μέση ημερήσια δαπάνη των επισκεπτών ανήλθε στα 93 ευρώ ανά άτομο το 2025, αυξημένη κατά 7% σε σχέση με το 2024, με την εστίαση και το λιανεμπόριο να απορροφούν το μεγαλύτερο μέρος αυτής της δαπάνης. 

Την ίδια στιγμή, η πόλη διατηρεί υψηλά επίπεδα ικανοποίησης (7,8/10), ισχυρή επαναληψιμότητα επισκέψεων (59%) και πολύ υψηλή πρόθεση σύστασης (96%), στοιχεία που ενισχύουν τη σταθερότητα της ζήτησης και δημιουργούν ένα σταθερό «ρεύμα» κατανάλωσης προς την τοπική αγορά. 

Η κατανάλωση ως βασικός μοχλός τουριστικής αξίας

 

Ένα από τα βασικά ευρήματα της έρευνας είναι ότι η τουριστική δαπάνη στη Θεσσαλονίκη δεν «μένει» στη διαμονή, αλλά κατευθύνεται κυρίως σε δραστηριότητες εντός της πόλης. Η εστίαση και οι αγορές αποτελούν τις δύο μεγαλύτερες κατηγορίες εξόδων, αποτυπώνοντας τη δομή του τουριστικού προϊόντος της Θεσσαλονίκης ως κατεξοχήν αστικού προορισμού εμπειρίας. Αυτό σημαίνει ότι κάθε αύξηση στις αφίξεις ή στη μέση δαπάνη μεταφράζεται άμεσα σε ενίσχυση της τοπικής επιχειρηματικότητας: από τα εστιατόρια και τα καφέ μέχρι τα εμπορικά καταστήματα και τις μικρές επιχειρήσεις. Σε αντίθεση με άλλους προορισμούς όπου το τουριστικό έσοδο μπορεί να συγκεντρώνεται σε λίγους κλάδους, στη Θεσσαλονίκη η οικονομική επίδραση είναι πιο «οριζόντια».

Γαστρονομία και shopping στο επίκεντρο της εμπειρίας

 

Η ίδια η ζήτηση επιβεβαιώνει αυτή τη διάχυση. Οι βασικοί λόγοι επιλογής της Θεσσαλονίκης από ταξιδιώτες αναψυχής σχετίζονται άμεσα με δραστηριότητες κατανάλωσης: η γαστρονομία βρίσκεται στην κορυφή (35%), ακολουθεί η νυχτερινή ζωή (32%), το πολιτιστικό ενδιαφέρον (31%), τα ψώνια (30%) και η προσωπικότητα της πόλης (27%). Η Θεσσαλονίκη έχει διαμορφώσει εξάλλου ένα ισχυρό brand γύρω από το φαγητό και την εμπειρία πόλης, κάτι που μεταφράζεται σε αυξημένη κατανάλωση εκτός ξενοδοχείων. Ο επισκέπτης δεν περιορίζεται στη διαμονή, αλλά «κινείται» στην πόλη, ξοδεύοντας σε πολλαπλά σημεία.

Το προφίλ του επισκέπτη ενισχύει τη διάχυση της δαπάνης

 

Το προφίλ των επισκεπτών ενισχύει περαιτέρω αυτή την τάση και δείχνει ότι η Θεσσαλονίκη λειτουργεί κυρίως ως προορισμός αναψυχής και επαναλαμβανόμενων επισκέψεων. Ειδικότερα, με βάση την έρευνα, το 52% ταξιδεύει για αναψυχή, ενώ το 59% έχει επισκεφθεί την πόλη περισσότερες από μία φορές, στοιχείο που υποδηλώνει εξοικείωση με τον προορισμό και μεγαλύτερη κατανάλωση σε τοπικές υπηρεσίες. Αυτοί που έρχονται ωστόσο στη Θεσσαλονίκη για πρώτη φορά την επισκέπτονται κυρίως για αναψυχή (60%) και ακολουθεί η δουλειά (17%) ενώ οι επαναλαμβανόμενοι επισκέπτες έχουν κύριο λόγο επίσκεψης την αναψυχή (46%) και δεύτερο τη δουλειά, τους φίλους ή τους συγγενείς (22%). 

Παράλληλα, η πόλη προσελκύει κυρίως ζευγάρια και μεμονωμένους ταξιδιώτες ενώ το μεγαλύτερο ποσοστό επισκεπτών ανήκει στην ηλικιακή ομάδα 36-45 ετών – κατηγορίες που τείνουν να δαπανούν περισσότερο σε εστίαση, εμπειρίες και αγορές, σε αντίθεση με πιο «οργανωμένα» τουριστικά μοντέλα.

Αύξηση δαπάνης, αλλά όχι πλήρης αξιοποίηση της ζήτησης

 

Παρά τη σαφή ενίσχυση της κατανάλωσης, η έρευνα αναδεικνύει ότι η αύξηση των αεροπορικών αφίξεων (+10% διεθνείς και +4% εγχώριες) δεν μεταφράστηκε ανάλογα σε αύξηση της ξενοδοχειακής ζήτησης, με την πληρότητα να ενισχύεται μόλις κατά 0,9%. Αυτό δείχνει ότι, ενώ η πόλη προσελκύει περισσότερους επισκέπτες, η αξιοποίηση αυτής της ζήτησης δεν είναι πλήρως αποτελεσματική σε όλους τους τομείς. Ωστόσο, η αύξηση της ημερήσιας δαπάνης λειτουργεί ως αντιστάθμισμα, ενισχύοντας την τοπική οικονομία ακόμη και χωρίς θεαματική αύξηση στις διανυκτερεύσεις.

Πιο αναλυτικά, η ημερήσια δαπάνη ανά άτομο είναι ανοδική την περίοδο 2015-2025 και υπολογίζεται στα 28 ευρώ για φαγητό και ψώνια, 19 ευρώ για αξιοθέατα και διασκέδαση. Αξιολογώντας μάλιστα τις παροχές, καταγράφηκαν υψηλές αξιολογήσεις για τις εγκαταστάσεις (8,3) -ιδίως στα καταστήματα (ψώνια) -αλλά χαμηλότερες στη σχέση τιμής / ποιότητας (7,7). Η διασκέδαση / αναψυχή κατέχει την υψηλότερη βαθμολογία με 8,5. Επίσης, οι εγκαταστάσεις σε εστιατόρια, bars / cafés και ξενοδοχεία βαθμολογήθηκαν υψηλά με 8,6.

Η σημασία της διάχυσης για την οικονομία της πόλης

 

Το οικονομικό αποτύπωμα του τουρισμού στη Θεσσαλονίκη είναι πολυεπίπεδο. Η δαπάνη κατανέμεται σε ένα ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων, δημιουργώντας πολλαπλασιαστικά οφέλη για την πόλη. Η ενίσχυση του retail και της εστίασης δεν αφορά μόνο τον τουριστικό κλάδο, αλλά επηρεάζει συνολικά την αστική οικονομία: αυξάνει την απασχόληση, στηρίζει μικρομεσαίες επιχειρήσεις και ενισχύει τη βιωσιμότητα εμπορικών περιοχών. Η βασική πρόκληση για τη Θεσσαλονίκη δεν είναι μόνο η προσέλκυση επισκεπτών, αλλά η μεγιστοποίηση της αξίας που παράγεται από αυτούς.

Η έρευνα δείχνει ότι η βάση υπάρχει: υψηλή ικανοποίηση, αυξημένη δαπάνη και σαφής κατεύθυνση κατανάλωσης. Το επόμενο βήμα είναι η περαιτέρω ενίσχυση της εμπειρίας πόλης – από τις υποδομές μέχρι την ποιότητα των δημόσιων χώρων – ώστε η δαπάνη να αυξηθεί ακόμη περισσότερο και να διαχυθεί σε ακόμη περισσότερους τομείς της οικονομίας. Σε αυτό το πλαίσιο, ο τουρισμός στη Θεσσαλονίκη λειτουργεί ήδη ως ένας πολλαπλασιαστής αφού όχι μόνο φέρνει επισκέπτες, αλλά τροφοδοτεί την καθημερινή οικονομική δραστηριότητα της πόλης, μετατρέποντας κάθε ταξίδι σε πραγματική κατανάλωση και ανάπτυξη.

Συγγραφέας
Πηγή Φωτογραφίας
Shutterstock
Κεντρική Φωτογραφία
Κατηγορία
Υπέρτιτλος να είναι στον τίτλο
0